Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Ο «ποιητής τής γλώσσας», του Γ. Μπαμπινιώτη

Το καίριο σημείο για να καταλάβουμε την ποίηση του Ελύτη είναι ότι αποτελεί μια υπέρβαση τής καθημερινής πραγματικότητας «Αυτό είναι στο βάθος η ποίηση» λέει ο ίδιος (Λόγος στην Ακαδημία τής Στοκχόλμης, σ. 319) «η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει». Η ποίησή του είναι μια συνεχής και αγωνιώδης προσπάθεια να δει και να δείξει τη δεύτερη πραγματικότητα, την ουσία των όντων, την αλήθεια πέρα από τις στρεβλώσεις που επιβάλλει κάθε χρησιμοθηρική αντίληψη να δει και να δείξει μιαν άλλη Ελλάδα, την Ελλάδα τη δεύτερη τού επάνω κόσμου.
Προϋπόθεση για την υπέρβαση και τη σύλληψη τής δεύτερης πραγματικότητας, τής ποιητικής πραγματικότητας είναι η ικανότητα να μπορείς να βλέπεις μέσα από τα πράγματα και μέσα από τον ίδιο σου τον εαυτό, η ικανότητα τής διαφάνειας όπως την αποκαλεί και όπως την εννοεί ο Ελύτης: «Χωρίς αμφιβολία υπάρχει για τον καθέναν από μας κι από μια ξεχωριστή, αναντικατάστατη αίσθηση που αν δεν την βρει να την απομονώσει εγκαίρως και να συζήσει αργότερα μαζί της, έτσι που να την γεμίσει πράξεις ορατές, πάει χαμένος. Οτι μπόρεσα ν' αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ' ένα είδος ειδικού θάρρους που μου 'δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει. Δεν παίζω με τα λόγια. Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς να σημειώνεται μέσα στη "στιγμή" όταν καταφέρει να την ανοίξει και να τής δώσει διάρκεια».
 
Η διαδικασία της μύησης
Για να μας οδηγήσει ο Ελύτης στον κόσμο τής δικής του πραγματικότητας, δεν έχει άλλον τρόπο από τη γλώσσα: από το να μας πάρει από το χέρι με τις λέξεις του και να μας μυήσει στην κατ' εξοχήν δημιουργική, δηλ. ποιητική, διαδικασία τού να μπορείς να δεις τον κόσμο από την αθέατη πλευρά του.
Ο Ελύτης είναι ο κατ' εξοχήν «ποιητής τής γλώσσας». Περισσότερο κι από τον Σεφέρη, περισσότερο κι από τον Παλαμά. Αυτοί ήταν «άρχοντες τής γλώσσας» ­ με την έννοια που έδωσε ο Σεφέρης σ' αυτόν τον χαρακτηρισμό: τού ποιητή που κυριαρχεί στα εκφραστικά του μέσα. Ο Ελύτης πέτυχε κάτι άλλο· πέτυχε το ακατόρθωτο «Με το ειδικό θάρρος που τού 'δωκεν η Ποίηση» μπόρεσε να σπάσει τους φραγμούς τής συμβατικής γλώσσας και να φτάσει σε μιαν πρωτόγνωρη υπέρβαση των ορίων τής νέας ελληνικής γλώσσας, που την χρειαζόταν για να εκφράσει την υπέρβαση τής καθημερινής πραγματικότητας. Η δική του ποίηση απαιτούσε μιαν άλλη χρήση τής ελληνικής γλώσσας, κυριολεκτικά ποιητική, γλώσσα που να ποιεί, να δημιουργεί νέες σημασίες, νέες σημάνσεις, νέες συνάψεις λέξεων, νέες φράσεις, τέτοιες που να οδηγούν σε πολύσημους συνειρμούς, σε αναπαρθένευση τής πρωτοτυπικής σημασίας των λέξεων, αυτής που πηγάζει από το «έτυμον» τής λέξης. Γενικά, κατόρθωσε να επινοήσει μιαν άλλη μορφή αντισυμβατικής γλώσσας, ώστε να ξυπνάει κάθε φορά τη συγκίνηση, το όνειρο, το συναίσθημα, την εικόνα, τη φαντασία, την ικανότητα να βλέπεις μέσα στα πράγματα, τη διαφάνεια δηλ., και να μεταβάλεις τη φευγαλέα στιγμή σε διάρκεια, μια άλλη βασική έννοια τής ποίησης τού Ελύτη. 

«Συνταγματικοί νεολογισμοί»
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα τού τρόπου που χρησιμοποιεί ο Ελύτης τη γλώσσα στην ποιητική του υπέρβαση: «Μικρά χρυσά πετούμενα μωράκια τής αναπνοής σου ακόμη / Πάνε κι έρχονται πάνω στην πέτρα και τις νύχτες παίζουνε φεγγάρι / Αλλ' εκείνος που σαν γλύπτης ήχων μουσική από μακρινούς / αστερισμούς συνθέτει / Νύχτα μέρα εργάζεται. Και τι ντο φαιά και τι σολ ιώδη ανεβαίνουν / Στον αέρα. Που κι οι βράχοι πιο ιερείς τέτοιο κλάμα το / ευλαβούνται. / Και τα δέντρα πιο πουλιά συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτης / Ομολογούν. Οτι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό / που οι μάγοι διατείνονται. / Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα». (Τα Ελεγεία τής Οξώπετρας, σ. 14).
Με τα συστατικά τής ίδιας τής γλώσσας και μ' έναν ποιητικό λόγο, που υπερβαίνει και τη λογική των πραγμάτων (τις περίφημες «συνθήκες αλήθειας») και τους συνταγματικούς κανόνες τής γλώσσας, ο ποιητής ανοίγει τα όρια τής γλωσσικής επικοινωνίας, δημιουργώντας νέες εκφραστικές δυνατότητες. Εδώ οι βράχοι «πιο ιερείς» ευλαβούνται το κλάμα. Εδώ και τα δέντρα γίνονται «πιο πουλιά» που «ομολογούν συλλαβές ανερμήνευτης ομορφιάς». Η γλώσσα «εκρήγνυται» στην προσπάθεια να εκφραστούν το θαύμα τής φύσης και το θαύμα τού έρωτα. Το παραθετικό μόρφημα πιο επιτρέπει διττή ταυτόχρονη ανάγνωση τού ιερείς· επιτρέπει να προσληφθεί και ως «πιο ιεροί» και ως οι «κατ' εξοχήν ιερείς», γεγονός που υποβάλλει την ιερότητα τού φυσικού περιβάλλοντος, την οποία επιτείνει και η επιλογή τού λόγιου «ιερατικού ρήματος» ευλαβούνται (ευλαβούμαι, ευλαβής, ευλάβεια). Η ευρηματική αυτή τεχνική πολυσημίας στην ποιητική γραμματική τού Ελύτη επαναλαμβάνεται και στην «αντιγραμματική» (γλωσσολογικά) αλλά πλήρως αποδεκτή (ποιητικά) φράση «πιο πουλιά». Δεν λέει ο ποιητής «τα δέντρα σαν πουλιά», όπως θα μπορούσε· λέει «πιο πουλιά»: «περισσότερο πουλιά παρά δέντρα» και συγχρόνως ­ η δεύτερη ανάγνωση ­ και εικόνα που θέλει τα δέντρα να ψάλλουν, μια μεταφορά που τονίζεται και με την επιλογή τής λέξης «ομολογούνε» (λόγιου και εκκλησιαστικού επίσης ρήματος όπως το ευλαβούνται)· «πιο πουλιά τα δέντρα» ψάλλουν λόγια «ομορφιάς ανερμήνευτης». Μία ακόμη, πολύσημη κι αυτή στον συνειρμό τής φράσης, που με το ανερμήνευτη παραπέμπει σε ερμηνεία γραφών και κειμένων, δηλώνοντας συγχρόνως την αδυναμία μας να καταλαβαίνουμε βαθύτερα «την ομορφιά» (το ανερμήνευτος το χρησιμοποιεί συχνά ο Ελύτης για τη φύση «και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας» (Αξιον Εστί). Κι η έξαρση μέσα σ' αυτό το ιερό ­ μυστικιστικό και εξομολογητικό κλίμα τού ποιήματος φτάνει στο κορύφωμά της με «το δοξαστικό τού Ερωτα», με την αποκάλυψη τής ουσίας τού έρωτα: «ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό που οι μάγοι διατείνονται» αλλά ζωή «δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα». Εδώ η διακειμενική παραπομπή στο εκκλησιαστικό «αλλά ζωή ατελεύτητος» είναι φανερή. Δηλώνει την πίστη στην αιωνιότητα τού έρωτα, στην αθανασία τού έρωτα μέσα από την ατρωσία του.
Μέσα στο απόσπασμα αυτό φαίνεται νομίζω η βάση τής γλωσσικής τεχνικής τού Ελύτη, η δημιουργία δηλ. νέων σημαινομένων στο επίπεδο τής φράσης, στο επίπεδο τής σύναψης των λέξεων, το άνοιγμα των εκφραστικών ορίων τής γλώσσας, μ' έναν τρόπο εντελώς προσωπικό, εύκολα αναγνωρίσιμο, εξαιρετικά δημιουργικό και πολύσημο, αλλά και εξαιρετικά δύσκολο να μεταφερθεί σε άλλη γλώσσα: «Εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση [εννοεί τη μοντέρνα ποίηση] και αποβλέπουμε στα θαύματα τού λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δυο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι» (Λόγος στη Στοκχόλμη, Η Λέξη, σ. 720). Αυτή την τεχνική, τους νεολογισμούς στο επίπεδο τής φράσης, τους «συνταγματικούς νεολογισμούς» όπως τους ονομάζω αλλού, που παίρνει ποικίλες μορφές (μεταφοράς, εξεικονισμού, συνειρμικών ανακλήσεων, διακειμενικών συνδέσεων κλπ.), με κοινό αποτέλεσμα τη μετασημασιολόγηση τής κοινής κυριολεκτικής σημασίας των συναπτομένων λέξεων, τη δημιουργία νέων σημείων, ο Ελύτης την αξιοποιεί εις το έπακρον, τόσο που να μπορεί, νομίζω, να αποκληθεί ως ο κατ' εξοχήν «ποιητής τής φράσης» σε αντίθεση με «ποιητές τής λέξης» όπως είναι λ.χ. ο Σολωμός, ο Παλαμάς ή και ο Σεφέρης. 

Γλωσσικός παραλληλισμός
Το δεύτερο κύριο γνώρισμα τής γλώσσας τού Ελύτη είναι η ευρεία αξιοποίηση τού παραλληλισμού, τής έντεχνης παράθεσης όμοιων γλωσσικών στοιχείων σε όλα τα επίπεδα: φωνολογικό (επίπεδο ήχων), μορφολογικό (γραμματικής), συντακτικό και σημασιολογικό. Ετσι λ.χ. είναι εμφανής ο φωνολογικός παραλληλισμός στους στίχους: Νερά χλωρά λειβαδίσια κι άλλα σγουρά τού γαρ και τού άρα. / Ρεούμενα.
Η συσσώρευση των υγρών / r / και / l / σε όλες τις λέξεις συνιστά χαρακτηριστική παρήχηση που, παράλληλα προς την αίσθηση τής ομοηχίας των σημαινόντων (των τύπων), συνοδεύεται και από παραλληλισμό στο επίπεδο των συμαινομένων (νερά - χλωρά - λειβάδια - ρεούμενα). Υπάρχει ακόμη και οιονεί «ετυμολογικός παραλληλισμός», στην «παραγωγή», των στοιχείων γαρ και άρα μέσα από τη λέξη σγουρά που προηγείται αυτών, με προέκταση στη λέξη ρεούμενα που ακολουθεί. Ο ευρηματικός αυτός παραλληλισμός συνειρμικά αντιπαραθέτει το συναίσθημα που γεννά η εικόνα (νερά χλωρά λειβάδια) με τη λογική τού γαρ και τού άρα, τη συστοιχία αιτίας και αποτελέσματος όπου παραπέμπουν σημασιολογικά οι δύο λέξεις.
Αλλά και ο συντακτικός παραλληλισμός ­ ο πιο δύσκολος και ο πιο απαιτητικός ­ στην ποιητική γραμματική είναι συχνός στον Ελύτη. Ετσι στους στίχους που εξετάσαμε: Κι οι βράχοι πιο ιερείς - τέτοιο κλάμα - Το ευλαβούνται / Και τα δέντρα πιο πουλιά - συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτης - ομολογούνε οι ίδιες συντακτικές δομές (Υποκείμενο - Προσδιορισμός + Ρήμα - Αντικείμενο) εμφανίζονται με την ίδια ακριβώς διάταξη: Υποκείμενο (οι βράχοι - τα δέντρα) - Κατηγορηματικός Προσδιορισμός (πιο ιερείς - πιο πουλιά) - Αντικείμενο στο μέσο τής πρότασης (τέτοιο κλάμα - συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτης) - Ρήμα στο τέλος τής πρότασης (ευλαβούνται - ομολογούνε). Αυτό μάλιστα το είδος παραλληλισμού, ο συντακτικός παραλληλισμός είναι και ο πιο χαρακτηριστικός υφολογικός δείκτης, η μέγιστη μορφή επιλογής και συνάμα απόκλισης γλωσσικής τού δημιουργού που δικαιώνει ­ και στην περίπτωση τού Ελύτη ­ την εκτίμηση τού Roman Jakobson ότι η συνειδητή επιλογή και όχι η ανεξέλεγκτη τυχαιότητα διέπει τη γλώσσα τής ποίησης, την ποιητική γραμματική, όπως πρώτος την ονόμασε. 

Η γλώσσα ως ηθική δύναμη
Για τη γλώσσα στην ποίηση τού Ελύτη μπορεί κανείς να πει πολλά. Γιατί, θα το ξαναπώ, στον Ελύτη η γλώσσα παίζει όχι απλώς σημαντικό, αλλά καθοριστικό ρόλο. Για να σημάνει την ποιητική του σκέψη, ο Ελύτης χρειάστηκε να παλέψει με τη γλώσσα, να τη δαμάσει και να αναπτύξει μαζί της μια μυστική και ερωτική, θα έλεγα, σχέση. Πιστεύει βαθιά ότι η γλώσσα, ιδίως η Ελληνική που συμβαίνει να είναι μια γλώσσα με ποιητική καλλιέργεια πάνω από 25 αιώνες, έχει πάνω και πέρα από κάθε χρηστική αντίληψη το δικό της ήθος. Τα λόγια του: «Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσο επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις». (Λόγος στη Στοκχόλμη, Εν λευκώ, σ. 327).
Ηδη από νωρίς, στην αυτοβιογραφική του αναδρομή με τίτλο «Το χρονικό μιας δεκαετίας», ορίζει τη γλώσσα ως ηθική δύναμη: «Το φαινόμενο τής γλώσσας, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ένα τοπίο δεν είναι διόλου το άθροισμα μερικών δέντρων και βουνών αλλά μια πολυσήμαντη παρασημαντική, δεν είναι κι εκείνο διόλου το άθροισμα μερικών λέξεων - συμβόλων των πραγμάτων αλλά μια ηθική δύναμη που η ανθρώπινη διάνοια την κινητοποιεί, ωσάν να προϋπάρχει από τα πράγματα, για να τα δημιουργήσει ίσα - ίσα, και μόνον έτσι αυτά να υπάρξουν [...]».
Οπως είναι φανερό, ο Ελύτης έχει προ πολλού ξεπεράσει την απλοϊκή χρηστική αντίληψη τής γλώσσας, την αντίληψη που θέλει τη γλώσσα να είναι απλό μέσο, απλό εργαλείο για συνεννόηση. Τη θεωρεί «ηθική δύναμη», που σημαίνει ότι της δίνει μια βαθύτερη πνευματική υπόσταση. Τη συλλαμβάνει ως διανοητική διεργασία που δεν δηλώνει απλώς τα πράγματα αλλά καθορίζει και τον τρόπο που αυτά υπάρχουν για μας έτσι όπως τα συλλαμβάνουμε με τον νου μας και τα κωδικοποιούμε στη γλώσσα μας, καθορίζοντας τα όρια τής σημασίας των λέξεων. Φαίνεται πως οι γλωσσολόγοι έχουμε πολλά να διδαχθούμε ακόμη από τους ποιητές. 

Πηγή:  http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=122258

Ο Οδυσσέας Ελύτης διαβάζει από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Απόσπασμα από την πολύτιμη εκπομπή με τον Οδυσσέα Ελύτη των Γιώργου και Ηρούς Σγουράκη. Ευρισκόμενος ο Ποιητής στο Σπήλαιο της Αποκάλυψης, στην Πάτμο, διαβάζει "Άξιον εστί".

Οδυσσέας Ελύτης – φωτεινός και διαφανής, της Ιουλίτας Ηλιοπούλου

Στοιχεία μιας ποιητικής ταυτότητας
Η αληθινή ταυτότητα του ποιητή αρμόζεται σιγά-σιγά και αθόρυβα μέσα απ’ τούς πολλούς ήχους της εποχής του. Kι ακόμη πιο αργά ανιχνεύεται κάτω και πέρα από τα εξωτερικά στοιχεία του βίου του, βαθιά μες στην ανάσα των συλλαβών του. Οι λέξεις του είναι το όχημα της ζωής του, είναι ο τελικός προορισμός της πραγματικής του υπόστασης. Ο ποιητής είναι οι λέξεις του.
Όπως κι αν δοκιμάσει κανείς να πλησιάσει τη ζωή και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη, θα βρεθεί μπροστά σε «δέντρα λέξεων», σε σωματοποιημένες  αξίες μιας «χώρας  που βγαίνει απ’ την πραγματική όπως το όνειρο» από τα γεγονότα της ζωής του. Μιας  Ελλάδας που γίνεται η ιδιαίτερη αίσθηση, η κυανή επικράτεια  του φωτός, η αρχέγονη ισορροπία φυσικού και πνευματικού κόσμου, η σπάνια πραγμάτωση της πλησμονής του ελαχίστου.
Τελευταίος γόνος μιας παλιάς οικογένειας της Λέσβου, ο Ελύτης γεννήθηκε στην Κρήτη, έζησε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε νομικά, ενώ τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων περνούσε στις Σπέτσες κι αργότερα σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, γεγονός που συνέβαλε στην διαμόρφωση της νησιωτικής του συνείδησης. Κάνοντας ο ίδιος μιαν ειλικρινή, μέσα στην ποιητική λειτουργία, δήλωση καταγωγής, γράφει:
«Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές, ξόδεψα πολύν άνεμο για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα  να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς, ν’ ακριβολογώ μες στα μυστήρια.» (Μικρός Ναυτίλος)
Θα ’λεγε κανείς πως παράλληλα με το σχολείο του Μακρή, ο Ελύτης θήτευσε στο σχολείο της φύσης, αν όχι σαν απλός θεατής, αλλά σαν προνομιακός αναγνώστης, σαν ένα αναπόσπαστο μέρος της.
Ο ρόχθος της θάλασσας, ο ίσκιος της ελιάς, η λευκότητα του ασβέστη, οι απλές γραμμές των κυκλαδίτικων σπιτιών, τα βότσαλα, τα φύλλα της συκιάς, οι αύρες του βασιλικού γίνονται τα σταθερά στοιχεία της αλφαβήτας του, τα ανώτερα μαθηματικά του, οι κώδικες, τα κλειδιά με τα οποία μπορεί να αποκρυπτογραφήσει το ακατάβλητο μυστήριο της ζωής, το θαύμα του φωτός, το αναπάντητο ερώτημα του θανάτου.
Η σκέψη του Ελύτη, πέραν από τα κλειστά όρια του εργαστηρίου ανοίγει σ’ αυτό που ο ίδιος ονόμασε «ύπαιθρο των αισθητηρίων μας». Ένα τοπίο με άνεμο και θάλασσα, μ’ αθωότητα, αμφισβήτηση και ανατροπή που δοκιμάζει τις αντοχές των εννοιών, ένα ξέφωτο όπου η καθαρότητα των αρχετυπικών μορφών δομεί μια διαφορετική αντίληψη βίωσης. Μιαν αντίληψη που έρχεται σε ουσιαστική εναντίωση προς την τρέχουσα.
Ο Ελύτης  με μεγάλη διεισδυτική ευελιξία, με το πλήθος των νέων εκφραστικών τρόπων της μοντέρνας ποίησης, με μια έμφυτη και ενίοτε αυστηρή άποψη γεωμέτρησης, αλλά και με μια βαθιά ζωτική ορμή ελευθερίας, σε συνδυασμό με την πλούσια εικονοπλαστική φαντασία, προς την οποία τον προέτρεπε ο Υπερρεαλισμός, δεν άργησε να διαμορφώσει ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα. Ένα ιδίωμα του οποίου βασικές συντεταγμένες αποτελούν η γλωσσική μετουσίωση απ’ τη μια και η σύνθεση μιας διαφορετικής ηθικής και αισθητικής αντίληψης  απ’ την άλλη.
Με την πρώτη του εμφάνιση στα Νέα Γράμματα (1935) -σε μια εποχή που οι παλιές φόρμες έμοιαζαν φθαρμένες και άγονες, και που ήδη είχε αρχίσει να πνέει στην Ευρώπη ένας ανανεωτικός αέρας- έγινε φανερό ότι δραστικά και με ιδιαίτερη τόλμη μετατοπίζει την ποιητική βάση που θα πει, μετατοπίζει την ποίηση από τον χώρο της προσωπικής εξομολόγησης στο χώρο των κοινών αρχετυπικών αναφορών, από τον χώρο των μηνυμάτων στο χώρο των λέξεων, από την συναισθηματική αποτίμηση του κόσμου στην πρόσληψη της αλήθειας μέσω των αισθήσεων, από την περιγραφή του πεπερασμένου στην δυναμική πραγμάτωση του ατέρμονος, μ’ άλλα λόγια, από το γήρας στη νεότητα, από την «πολιτισμένη» συνείδηση στην επανάκτηση της πρώτης σοφίας της παιδικότητας, από την συνήθεια, την επανάληψη και νοσταλγία στον επαναπροσδιορισμό μας μέσα στην διαρκή αλλαγή της λειτουργίας του κόσμου. M’ έναν λόγο: από το είναι στο δυνατόν γενέσθαι.
Ο Ελύτης υπακούοντας στην δική του ανανεωτική διάθεση, γρήγορα ήρθε σε επαφή με έργα Γάλλων Υπερρεαλιστών  -Paul Eluard, René Char-  προσαρμόζοντας ωστόσο τις αρχές του υπερρεαλισμού στο δικό του κοσμοθεωρητικό πλαίσιο, κατάφερε να ενισχύσει την βαθιά του πίστη για  την ύπαρξη και  την δυνατότητα διαμόρφωσης μιας δεύτερης πραγματικότητας, την οποία καλείται να αναδείξει η ποιητική γραφή.
Μέσα σ’ αυτά τα φωτεινά και επαναστατικά, από το μέρος της αθωότητας, ποιήματα της πρώτης περιόδου(1935-1940) αλλά και μετά το 1950, και κυρίως στο Άξιον Εστί -όπου αυστηρά εναλλάσσονται ποικίλοι στιχουργικοί τρόποι και εμφανώς ανιχνεύονται οι μνήμες  του πολέμου, όπου υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός- ο Ελύτης τοποθετεί μεθοδικά σταθερούς άξονες αρχών  και διαμορφώνει μια λυρική κοσμολογία, τέτοια που να διέπεται από την ελληνικότητα και την προβολή της ανοιχτής ελληνικής συνείδησης στο μέλλον.
Μέσα από έναν πραγματικό πλούτο εικόνων, από αιφνιδιαστικές συζεύξεις λέξεων, μέσα από αυτήν την δοξαστική υμνωδία των φυσικών και πνευματικών στοιχείων που συνθέτουν την μοναδικότητα του νησιωτισμού, αλλά και την ευαισθησία του Μεσογειακού ανθρώπου, ο Ελύτης διαμορφώνει μια εξαιρετικά εύφορη και ιδιαίτερη στην σημασία της ποιητική.
Μια ποιητική που την διέπουν σταθερά αξιώματα όπως: η υπέρβαση και  η γεωμέτρηση ,η ανακατάταξη της πραγματικότητας, η πίστη στη διάρκεια, η θεωρία των αναλογιών, η ερωτική σύλληψη του κόσμου, η αγιοποίηση των αισθήσεων, η χαριστική αντίληψη της ζωής, η επανάκτηση της αθωότητας, η διαφάνεια ως πνευματική αξία, η δικαιοσύνη, η αδιάκοπη διεκδίκηση της ελευθερίας, η ηλιακή μεταφυσική ως μέθοδος αποκρυπτογράφησης του μυστηρίου της ζωής.
Επιστρατεύοντας όλο τον πλούτο της ελληνικής μέσα από τις διαφορετικές φάσεις της ιστορίας της, επιδιώκει νέες γλωσσικές δομές, επανένταξη αρχαίων, μεσαιωνικών λέξεων στον κύριο κορμό της ελληνικής, έτσι που να αναπαρθενευτεί ένας κουρασμένος από την αδιάκοπη επικοινωνιακή χρήση κώδικας και μαζί του ν’ ανακαινιστεί η σκέψη μας, να οξυνθεί η αντιληπτική μας ικανότητα.
Η κόρη-άγγελος, τα μυριστικά χορτάρια, το λεμόνι, η νεροσταγόνα, ο Παράδεισος, το γυμνό σώμα, όλα τους  από λαμπερές εικόνες ομορφιάς  γίνονται μονάδες που προεκτείνουν τις φυσικές τους ιδιότητες σ’ ένα ηθικό και μεταφυσικό επίπεδο, μονάδες που αναλογούν σε σταθερές αξίες, «σηματωροί και κήρυκες» του αγαθού.
Πίστη του ότι η ποίηση, αλλά και άλλοι τομείς της τέχνης, όπως η ζωγραφική -που συστηματικά μελέτησε και ερασιτεχνικά υπηρέτησε κι ο ίδιος- στοχεύει στο να αποτυπώσει, να κρυσταλλοποιήσει την «ακριβή στιγμή» μέσα σ’ ένα ισορροπημένο και πλήρες ποιητικό σύμπαν. Τη στιγμή που την ταυτίζει με την δικαιοσύνη και τον Παράδεισο και την αναζητά στο εδώ και στο πάντοτε, στην αφή και στη σκέψη. Γνωρίζοντας ότι δεν χαρίζεται αλλά καλλιεργείται στον μικρό κήπο της φαντασίας μας, και βιώνεται μέσα στο εικοσιτετράωρο μας.
Μετά την πρώτη παραμονή του στο Παρίσι(1948-51), όπου ήρθε σε επαφή με τους σημαντικότερους ζωγράφους και ποιητές του εικοστού αιώνα (Picasso, Matisse, Chagall, Breton, Reverdy) ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας στη Σορβόννη, εγκαταστάθηκε και πάλι στην Αθήνα. Το 1960 του απονεμήθηκε το πρώτο κρατικό βραβείο Ποίησης, για το βιβλίο του Άξιον Εστί. Στην συνέχεια ταξίδεψε στις ΗΠΑ και την Σοβιετική Ένωση ως προσκεκλημένος των κυβερνήσεων τους και κατά την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα, κατέφυγε ξανά στην Γαλλία (1969-1971). Με την επιστροφή του δημοσίευσε τα κυριότερα έργα του αυτής της περιόδου (Το Φωτόδεντρο  και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά, Μονόγραμμα, Μαρία Νεφέλη). Το 1979 η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το Nobel Λογοτεχνίας και τα Πανεπιστήμια της Σορβόννης, Λονδίνου, Ρώμης, Θεσσαλονίκης, Αθηνών τον ανεκήρυξαν Διδάκτορα Φιλολογίας Honoris causa. Συνέχισε να εργάζεται ως το τέλος του βίου του δίνοντας κορυφαία έργα όπως: Ο Μικρός Ναυτίλος, Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, Ιδιωτική Οδός, Δυτικά της Λύπης.
Το θεωρητικό του έργο, που χαρακτηρίζει η έρευνα της ποιητικής λειτουργίας και η συστηματοποίηση ενός ιδιαίτερου κόσμου αξιών, συγκεντρώθηκε σε δύο τόμους (Ανοιχτά Χαρτιά, Εν Λευκώ) ενώ οι μεταφράσεις του από τα αρχαία ελληνικά και από σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες ολοκληρώνουν την δραστηριότητα του, ενισχύοντας από διαφορετικές απόψεις την πίστη του στον ουσιαστικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η ποίηση στη ζωή, επενεργώντας στην συνείδησή μας, αντιπροτείνοντας μια διαφορετική κλίμακα αξιών, αισθητοποιώντας το άγνωστο, επιδιώκοντας την ιδανική επικοινωνία «αυτή που, όπως γράφει νιώθεται ολοκληρωτικά όπως η ζεστασιά η το κρύο, συγκλονιστικά όπως ο έρωτας η ο τρόμος, μυστηριακά όπως η βοή του δάσους η της θάλασσας…»

"Ο φιλοπαίγμων μύθος" της Κικής Δημουλά



"Ο φιλοπαίγμων μύθος", ο παιχνιδιάρικος λόγος, δηλαδή, είναι το κείμενο που εκφώνησε η Κική Δημουλά κατά την τελετή υποδοχής της στην Ακαδημία Αθηνών στις 11 Νοεμβρίου 2003.
Παραθέτουμε κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα:
"Σαν ένα ματσάκι από λέξεις η ποίηση. Τις συλλέγει από το μικρό θερμοκήπιό του ένας μονόλογος που χρόνια ονειρεύεται να τις προσφέρει σε μιαν επικοινωνία με την οποία είναι αιώνες ερωτευμένος, χωρίς να έχει λάβει σαφή δείγματα ανταποκρίσεως εκ μέρους της. […]
Σαν μια εκδρομή η ποίηση, αρκετά έξω, μακριά από την πυκνοκατοικημένη γλώσσα. Πας εκεί εντελώς μόνος, στρώνεις κάτω ένα μεγάλο λευκό χαρτί, το στερεώνεις με ένα υπομονετικό μολύβι, και περιμένεις. Μήπως η ετοιμασία σου προσελκύσει εκείνες τις σαύρες - λέξεις που τρέχοντας περνούν και με τη θαυμαστή προσαρμοστικότητά τους πάνε και κρύβονται στο άλλο χρώμα κάθε φορά, του άλλου νοήματος, μέσω του οποίου και διαφεύγουν. Υπερκινητικές οι λέξεις. Περιμένεις, ώρες, μήνες, μπορεί και χρόνια, μήπως και τις μαγνητίσει αυτή η κατάλευκη άγραφη λιχουδιά που τους έχεις απλώσει. […]
Σαν μια φωλιά φυγής η ποίηση. Χτισμένη σε αιχμηρό ύψος, ώστε να είναι δυσπρόσιτη στην αρπαχτική περιέργεια να θέλει κανείς να δει καθαρά το εντός της επωαζόμενο. Την αποτελεσματική προστασία της απόκρυψης την παρέχει η αφαίρεση. Η τέχνη επαγρυπνά. Δια της ελλειπτικότητας. Ισορροπώντας στο ένα της πόδι. Γράφοντας αφαιρούμε. […]
Ένα αγωνιώδες ερώτημα, που συχνά τίθεται, είναι αν στην εποχή μας ωφελεί η ποίηση.
Πιστεύω ότι βοηθάει, όσο το κερί που ανάβουμε μπαίνοντας σ' ένα έρημο καταργημένο ξωκλήσι, με φευγάτους όλους τους αγίους. Ωφελεί όσους την αγαπούν, επειδή βρίσκουν εντός της μικρά κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους. Περισσότερο και πιο σωστά ωφελεί εκείνους που πιστεύουν στη μαγεία της. Που δεν θέλουν να θέσουν τον δάκτυλό τους επί τον τύπον της κατανόησής της. Ωφελεί, υπερκόσμια, εκείνον που την ασκεί και μόνον κατά τη διάρκεια της άσκησης, επειδή τότε μόνο τον βγάζει από το σώμα του, τον σταθεροποιεί σε μιαν αιώρηση απ' όπου αυτός παρακολουθεί, σαν σε χειρουργείο, τον προσωρινό θάνατο της μικρότητάς του. Ωφελεί κυρίως τη γλώσσα. Την περισυλλέγει από τους μεγάλους κάδους της βιασύνης και τη μεταγγίζει με σέβας στο τόσο δα μπουκαλάκι του αγιασμού, μια γουλιά, όσο ακριβώς χρειάζεται να πιει η ουσία. Τέλος, η ποίηση ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα σε έναν ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο."