Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Γράμμα σ' ένα παιδί για τη φιλαναγνωσία

Καλοί μου φίλοι,

σας γράφω γιατί σήμερα είχα μια αναπάντεχη συνάντηση.
 Όπως γύριζα στο σπίτι άκουσα ένα κλάμα. Κοίταξα γύρω μου. Δεν είδα κανέναν. Όμως το κλάμα συνεχιζόταν γοερό. Κοίταξα πάλι και τότε είδα ένα βιβλίο πεσμένο στην άκρη του πεζοδρομίου. Αυτό ήταν που έκλαιγε.
 Το πήρα στα χέρια μου και το ρώτησα
«Γιατί κλαις;»
«Όπως έπεσα κάποιες σελίδες μου τσακίστηκαν. Πόνεσα. Ευτυχώς δε σκίστηκαν»
«Πώς βρέθηκες εδώ; Σε πέταξαν;»
«Δε θυμάμαι. Πήγαινα με το φίλο μου, έναν μικρό αναγνώστη, στο σπίτι του.»
«Σε είχε αγοράσει από βιβλιοπωλείο ή σε είχε δανειστεί από Βιβλιοθήκη;»
«Δε θυμάμαι σου λέω. Κι ήθελα τόσο να απολαύσει την ανάγνωσή μου.»
«Πώς ξέρεις ότι θα απολάμβανε;»
«Είμαι συναρπαστικό βιβλίο εγώ. Υπάρχει παιδί που δε θέλει παρέα με υπέροχους φίλους να ταξιδεύει πέρα από τα σύνορα του τόπου και του χρόνου;»
«Αυτό θα τον βοηθούσε να καταλάβει τον κόσμο αλλά και τον εαυτό του!»
«Εσύ, για να το ξέρεις αυτό, είσαι σίγουρα βιβλιόφιλος!»
Του απάντησα πως μου αρέσει πολύ να διαβάζω αλλά και να γράφω βιβλία!
«Τι τυχερό που είμαι», φώναξε, «με βρήκε ένας συγγραφέας! Εσύ μπορείς να παρακαλέσεις τον Πήτερ Παν ή το Μικρό Πρίγκιπα να πετάξουν και να βρουν το φίλο μου;»
«Ξέρεις αυτοί είναι λογοτεχνικοί ήρωες! Γεννήθηκαν στο μυαλό ενός συγγραφέα και ζουν μέσα σε βιβλία όπως εσύ!»
«Αλήθεια; Έχω κι εγώ έναν ήρωα άξιο να αγαπηθεί. Ο ήρωάς μου ταξιδεύει στο παρελθόν μέσα από έναν υπολογιστή. Και στη σελίδα 88…»
«Τι γίνεται στη σελίδα 88;»
«Πήγαινε να διαβάσεις. Ό,τι καταλάβεις, αυτό γίνεται! Ο αναγνώστης δίνει νόημα στο κείμενο.»
« Άλλωστε αυτός σε διαλέγει ανάμεσα σε αμέτρητα άλλα βιβλία»
Τι ήθελα να το πω. Του θύμισα το μικρό αναγνώστη που το είχε διαλέξει κι έβαλε πάλι τα κλάματα, γιατί δεν πρόλαβε να δημιουργήσει μια σχέση μαζί του.
«Τι σχέση;»
«Από όλα τα βιβλία που διαβάζει κάποιος, μερικά τα ξεχωρίζει. Τα διαβάζει ξανά και ξανά. Δεν τα αποχωρίζετε ποτέ. Είναι αυτά που έχουν αγγίζει την ψυχή του. Που τον έχουν λίγο αλλάξει. Τέτοιο ήθελα να γίνω για αυτόν.»
Εκείνη την ώρα είδα ένα παιδί να έρχεται σιγά σιγά με το ποδήλατό του κοιτώντας σα να ψάχνει κάτι. Μόλις με παρατήρησε έτρεξε κοντά μου.
«Είναι δικό μου το βιβλίο που κρατάτε», μου είπε
«Χαίρομαι που γύρισες να το πάρεις. Το είχες πετάξει;»
«Ακόμη κι αν έπρεπε να πετάξω όλα τα βιβλία από την τσάντα μου, αυτό ποτέ!»
Έφυγε κρατώντας το στην αγκαλιά του. Κι εγώ έμεινα να τους κοιτάω και να σκέφτομαι πως αυτή η συνάντησή μου με το βιβλίο δε θα έχει νόημα αν δεν την μοιραστώ μαζί σας.
Καλές Αναγνώσεις
Βαγγέλης 

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Το διαζύγιο ποιητών - κοινού, του Κώστα Κουτσουρέλη*

Σίγουρα ευθύνονται η αμορφωσιά των πολλών, ο τρόπος ζωής, αλλά και η παρακμή του στίχου

Οσοι καταπιάνονται στον καιρό μας με στίχους και ποιήματα, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, από στόματος ομοτέχνων και κριτικών, μέσα στα στέκια κι απ’ τα έντυπά τους ακούν να κουδουνίζει στ’ αφτιά τους ο ίδιος πάντα σκοπός: Δεν μας διαβάζουν, η ποίηση δεν μετράει, οι αναγνώστες μάς αγνοούν!
Εμπλαστρο πρόχειρο για τον σφάχτη, το γενικό μοιρολόι το ακολουθεί με ακρίβεια μαθηματική η μεμψιμοιρία, το blame game, η επίρριψη ευθυνών – πάντα στους άλλους, εξυπακούεται. Το κοινό είναι αμόρφωτο, οι εκδότες παραδόπιστοι, το παιχνίδι στα μίντια στημένο! Α, το επίπεδο, η κατάντια της εποχής…
Εσχατη στη σειρά έρχεται –τι άλλο;– η πληγωμένη υπερηφάνεια. Ακόμα μια «υπεράσπιση της ποίησης» λοιπόν από τους μοχθηρούς της πολεμίους· ακόμα μια ομολογία πίστεως σε πείσμα των μικρόψυχων καιρών. «Η ποίηση αφορά την απέραντη μειοψηφία», «η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε», «η ποίηση δεν έχει λεφτά, αλλά ούτε τα λεφτά έχουν ποίηση» κ.τ.λ., κ.τ.λ. – όλα αυτά τα γνωστά, και θαυμαστά, και απελπισμένα…
Πότε πήραν στ’ αλήθεια διαζύγιο από την πραγματικότητα οι ποιητές; Πότε οι αναγνώστες πήραν διαζύγιο απ’ την ποίηση; Και υπαιτιότητι τίνος εκδόθηκε το διαζύγιο αυτό;
Σε τρία στάδια νομίζω κρίθηκε η υπόθεση. Τον πρώτο κλονισμό τον έφερε ο ρομαντισμός. Τότε που ποιητές σπουδαίοι, ολότελα τρομοκρατημένοι όμως από την επέλαση του Λόγου και του Διαφωτισμού, βάλθηκαν να αποδώσουν στην τέχνη τους την περιωπή θρησκείας, διεκδίκησαν για πάρτη τους ρόλο κοσμικού ιερέως, μεταφυσικού ταγού. «Τελούμε σε ιεραποστολή», έλεγε με κάθε σοβαρότητα ο Νοβάλις, «να δώσουμε μορφή στον κόσμο». «Ο ποιητής είναι ο κρυφός νομοθέτης της ανθρωπότητας», σιγοντάριζε ο Σέλλεϋ. Και οι μεν ρομαντικοί έγραφαν ακόμη για τους πολλούς, αυτούς ήλπιζαν και επεδίωκαν να μυήσουν. Η ρητορική τους όμως άφησε πίσω της μια μόνιμη σκιά, έναν λεκέ ανεξίτηλο. Ο ποιητής ως καβαλημένο καλάμι: η εικόνα αυτή, η τόσο διαδεδομένη αλίμονο, κρατάει απ’ αυτούς.
Ο κλονισμός έγινε χωρισμός από τραπέζης και κοίτης στα χρόνια του συμβολισμού. Τότε που ο ποιητής για να εκφράσει την αγανάκτησή του για τα ήθη και τα θέσμια της αστικής εποχής, τα έβαλε με τους αναγνώστες του – που ήταν βεβαίως αστοί! «Βάρβαρο όχλο» αποκαλούσε το κοινό ο Γκεόργκε, και ο Μαλλαρμέ τού υποδείκνυε ευγενώς τη θέση του: στο περιθώριο. Η ποίηση αφορά τους επαΐοντες! Εκτοτε η καταγγελία του δύσμοιρου αναγνώστη έγινε περίπου θεσμός. Στις μέρες μας και οι ποετάστροι της γειτονιάς και οι τελευταίοι χομπίστες το έχουν για χρέος τους ιερό σε πρώτη ευκαιρία να του τα ψάλλουν. Μόνο που στο μεταξύ κι εκείνος απέκτησε ανοσία κι έπαψε πια να νοιάζεται – όχι μόνο τι του σέρνουν όλοι αυτοί αλλά και για την ύπαρξή τους την ίδια.
Το πράγμα έφτασε στο αμήν με τον μοντερνισμό. Απ’ τη μεγαλειώδη κληρονομιά των προγόνων τους οι νεωτερικοί κράτησαν ό,τι το πιο φυγόκοσμο και ανθρωποδιωκτικό – και το επιδείνωσαν ώς εκεί που δεν παίρνει. Η απαξίωση των δοκιμασμένων και δημοφιλών τρόπων του παρελθόντος αναγορεύτηκε επαναστατικό καθήκον. «Make it new!» κραύγαζε, ένας κι αυτός μες στους πολλούς, ο Πάουντ. Μην επαναλαμβάνεσαι, παραδώσου σε κάθε ακρότητα, γίνε στριφνός και σκοτεινός και ακατάδεκτος. Εκτροχιάσου όσο θες, σημασία έχει όχι τι λες αλλά να μη μοιάζεις σε κανέναν! Και μη διανοηθείς στιγμή να ξαναπιάσεις το τραγούδι εκείνο που έτυχε κι άρεσε και σου ’φερε φίλους και καλούς θαυμαστές…
Για ένα διάστημα το πράγμα είχε ενδιαφέρον, γέννησε έργα ερμητικά πλην αξιόλογα. Γρήγορα όμως εκφυλίστηκε, την εντυπωσιοθηρία διαδέχτηκε η αποχαλίνωση, ελλείψει μορφικών κριτηρίων ο κάθε ντιλεττάντης είχε πια το ελεύθερο να δηλώνει ποιητής. Οσο για τον κοινό αναγνώστη, καταπονημένος όπως ήταν απ’ όλους αυτούς τους -ισμούς και τις καινοτομίες τους, κατασυκοφαντημένος ως βλαξ και οπισθοδρομικός, κάποια στιγμή κατέθεσε τα όπλα. Σκέφτηκε δηλαδή τον εαυτό του, τις δικές του ανάγκες, γύρισε την πλάτη του στην ποίηση και την παράτησε να βοά μες στην έρημο που η ίδια έστησε για τον εαυτό της.
Μοιάζει με σκάνδαλο αλλά η μαύρη αλήθεια είναι αυτή: για το διαζύγιο των ποιητών από τον κόσμο δεν φταίει το κοινό· δεν φταίει η αναπόδραστη υποτίθεται παρακμή του στίχου· δεν φταίει καν αυτός ο αχρείος καπιταλισμός και η αμορφωσιά των πολλών. Κύριοι υπαίτιοι είναι οι ίδιοι οι ποιητές! Σε μια πορεία μοιραία που κρατάει κοντά δύο αιώνες, πήραν μια τέχνη τερπνή και την έκαναν ανιαρό σταυρόλεξο. Παρέλαβαν μια γλώσσα οικουμενική και έφτιαξαν απ’ αυτήν ένα ακαταλαβίστικο ζαργκόν. Είχαν μια θέση περίοπτη, στο επίκεντρο του δημόσιου βίου, και τη θυσίασαν για την πόζα και την κλάψα του περιθωρίου.
Το φαινόμενο μιας τέχνης που αυτοκτονεί επειδή οι εκπρόσωποί της στρέφουν την πλάτη στο ακροατήριό τους για να πάρουν στο κατόπι το αυτιστικό όραμά τους δεν είναι βέβαια μοναδικό. Ας αναλογιστούμε τις τύχες της λεγόμενης σοβαρής μουσικής μετά τον Σαίνμπεργκ και τη Νέα Σχολή της Βιέννης. Πόσοι από τα εκατομμύρια που λατρεύουν σήμερα τον Μπαχ και τον Μότσαρτ θ’ άντεχαν, για ένα κουτσό μισάωρο έστω, τη συντροφιά του Στοκχάουζεν και του Καίητζ; Κι ανάποδα, ποιος θα τολμούσε καν να πιάσει στα χέρια του ξανά μυθιστόρημα, αν οι τωρινοί εκπρόσωποι του είδους στοιχίζονταν άπαντες πίσω απ’ τον ώμο του Τζόυς και του Προυστ; Ασφαλώς, και η αθέτηση των κανόνων και το πείραμα και η πρόκληση ακόμα είναι πράγματα ζωτικά και αναγκαία. Ως εξαίρεση όμως, στα χέρια των λίγων. Οπου γίνονται τυφλοσούρτης και καταναγκασμός και επίσημο διάταγμα, η έκβαση είναι πάντα η ίδια: το τέλμα.
Είναι αντιστρέψιμη άραγε αυτή η άθλια κατάσταση; Μπορεί ο διαζευχθείς να ξαναγίνει δεκτός στη συζυγική κλίνη, ο γάμος ν’ αναγεννηθεί; Η ιστορία μάς λέει πως «ναι». Φτάνει πρώτα να το θέλει και ο ίδιος ωστόσο! Φτάνει ν’ αποκτήσει επίγνωση του προβλήματος και δίπλα στο δικό του παραφουσκωμένο εγώ να θελήσει επιτέλους να εκφράσει και το εγώ του διπλανού του, και του παραδιπλανού, και το εγώ της ομάδας στην οποία ανήκει, και το ευρύ συλλογικό εγώ. Μια γλώσσα οικεία και πάλι, μορφές και θέματα ελκυστικά, ένα ύφος και μια τεχνοτροπία προσιτή στον αμύητο και η εμπιστοσύνη, θεωρητικά τουλάχιστον, είν’ όντως δυνατόν ν’ αποκατασταθεί.
Στην πράξη βέβαια αυτό το εγχείρημα, αν υποθέσουμε ότι κάποιοι τελικά το αναλάβουν, δεν θα ‘ναι διόλου απλό. Το νήμα που κόπηκε, ίσως πάρει γενιές ωσότου ξαναενωθεί. Και θ’ απαιτήσει από τους ποιητές μια συγκλονιστική αυθυπέρβαση. Θα χρειαστεί ν’ αφήσουν κατά μέρος τ’ αγαπημένα τους άλλοθι, να αφιππεύσουν του επηρμένου τους Πηγάσου, να εγκαταλείψουν τις σοφιστείες και τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κλισέ που τους θέλουν τάχα καταραμένους, περιττούς, αποσυνάγωγους. Θα χρειαστεί να κοιταχθούν στον καθρέφτη κατάματα και ν’ αναρωτηθούν, αυτή τη φορά με ειλικρίνεια: το είδωλο που βλέπουν εκεί τους αρκεί; Αν η απάντηση είναι αρνητική, υπάρχει ελπίδα.

* Ο κ. Κώστας Κουτσουρέλης είναι ποιητής. Τελευταίο βιβλίο του: «Αέρας αύγουστος», Περισπωμένη 2012

Άλκη Ζέη, Γράμμα σ' ένα παιδί για τη φιλαναγνωσία

Αγαπητά μου παιδιά,

Σας γράφω γιατί δεν ξέρω σε ποιον να το πω και αν δε μιλήσω θα σκάσω.
Με λένε Νίκο, είμαι εφτά χρονών και πάω στη δευτέρα δημοτικού. Δεν ξέρω γιατί ο μπαμπάς και η μαμά εδώ και μέρες είναι όλο μούτρα. Ακόμα κι η γιαγιά όταν έρχεται να μας δει – μούτρα κι αυτή. Όλο ρωτάει τον μπαμπά:
-          Κανένα νέο;
-          Κανένα, απαντάει εκείνος και… μουτρώνει πιο πολύ.
Καλά, η μαμά έτσι κι αλλιώς δε μιλιέται. Μόνο ο παππούς είναι χαμογελαστός. Δηλαδή χαμογελάει στη φωτογραφία του που είναι μέσα σ’ ένα κάδρο στο γραφείο του μπαμπά. Γιατί ο παππούς και να ήθελε, δεν μπορούσε να κάνει μούτρα. Έχει πεθάνει πριν χρόνια, όταν εγώ ήμουνα μωρό.
Και να πεις πως έχω κάνει αταξίες και μουτρώνουνε. Παράξενο μα όλη τη βδομάδα βαριόμουνα να κάνω αταξίες. Ούτε έσκισα το μπλουτζίν μου ούτε έγραψα με μπικ πάνω στο άσπρο μου μπλουζάκι… κινέζικα.
Αυτοί όμως ούτε το πήρανε είδηση πως ήμουνα φρόνιμος.
Ο μπαμπάς που κάθε πρωί έφευγε πιο νωρίς από μένα, τώρα με πάει στο σχολείο. Και δεν έρχεται η γιαγιά να με πάρει όπως πάντα, γιατί η μαμά τελειώνει τη δουλειά της αργά. Έρχεται η μαμά. Με τη γιαγιά ήτανε πιο διασκεδαστικά γιατί φλυαρούσαμε σ’ όλο τον δρόμο. Η μαμά μουγγή με κατεβασμένα μούτρα. Ορκίζομαι πως δε φταίω εγώ.
Την Κυριακή το πρωί, είχα ξυπνήσει, χάζευα όμως στο κρεβάτι μου και προσπαθούσα να πιάσω τις αχτίδες που μπαίνανε από τη χαραμάδα του παραθυρόφυλλου. Η πόρτα της κάμαράς μου ήτανε ανοιχτή. Άκουσα τον μπαμπά που έλεγε:
-          Δεν φταίει σε τίποτα το παιδί, αν εμείς δεν έχουμε δουλειά. Θα πάμε στη θάλασσα.
-          Αφού έδωσες τις πινακίδες πίσω. Πώς θα πάμε; είπε η μαμά.
Αλήθεια δεν ξέρω γιατί ο μπαμπάς είπε μια μέρα πως έδωσε τις πινακίδες πίσω. Κι όπως κατάλαβα αυτό θα πει πως δεν είχε πια αυτοκίνητο.
-          Θα πάμε με το τραμ στη Γλυφάδα.
Μόλις άκουσα τον μπαμπά να το λέει αυτό, έδωσα μια στα σκεπάσματα κι έτρεξα να τους βρω.
Δεν είχα ταξιδέψει ποτέ μου με τραμ. Δεν ήξερα πως ήταν τόσο ωραία. Πηγαίνει σιγά σιγά κι έτσι προφταίνεις να βλέπεις απέξω, κι όταν μάλιστα στρίψει στη θάλασσα και πάει, πάει καμαρωτό και βλέπεις ανάμεσα στα δέντρα το… πέλαγος – έτσι μας διάβασε η δασκάλα μας σ’ ένα βιβλίο που λέγανε τη θάλασσα πέλαγος κι έμενα μ’ άρεσε πολύ.
Δεν κατεβήκαμε στη Γλυφάδα.
-          Αφού πάει ως τη Βούλα, γιατί να μην πάμε; είπε ο μπαμπάς και είδα πως δεν έκανε μούτρα.
-          Γιατί να μην πάμε; είπε και η μαμά και χαμογέλασε και δεν έκανε μούτρα.
Εγώ χάρηκα γιατί μ’ άρεσε πολύ που ταξίδευα με το τραμ.
Κατεβήκαμε στη Βούλα και πήγαμε στην παραλία. Μ’ άφησαν να βγάλω τα παπούτσια μου και να τσαλαβουτήσω στο… πέλαγος.
Και στον γυρισμό ήτανε ωραία, μα μόνο στον μισό δρόμο. Γιατί ο βλάκας στον άλλο μισό με πήρε ο ύπνος, γιατί με είχε ζαλίσει ο ήλιος. Ξύπνησα και είδα πως είχα ακουμπήσει το κεφάλι μου στα πόδια της μαμάς. Μου χαμογέλασαν και δεν κάνανε μούτρα.
Άλλη φορά όταν μουτρώνουν, θα τους λέω να πάρουμε το τραμ.
Αν δεν έχετε πάει, σας λέω να πείτε στους μπαμπάδες σας να δώσουν πίσω τις πινακίδες. Είναι τόσο ωραίο να ταξιδεύεις με το τραμ και να βλέπεις καθώς πάει αργά αργά –να δεις πώς το είπε η κυρία μας- το πέλαγος.
Σας φιλώ,
Ο φίλος σας Νίκος
Για την αντιγραφή,

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Χάρης Βλαβιανός, Γράμμα σ' ένα παιδί για τη φιλαναγνωσία

Γιατί να διαβάζει λογοτεχνία ένα παιδί; Γιατί να θέλει να ταξιδέψει με το υποβρύχιο του Κάπταιν Νέμο 20.000 λεύγες κάτω από τη σκοτεινή, μαύρη θάλασσα, ή να διασχίσει με ποταμόπλοιο τον γεμάτο αλιγάτορες Μισσισσιππή παρέα με τον αναμαλλιασμένο και αθυρόστομο Τομ Σόγιερ; Γιατί να θέλει να πολεμήσει με τον Ιβανόη, ή τον Ντ’ Αρτανιάν εναντίον όλων των κακών, ύπουλων εχθρών του κόσμου; Γιατί να θέλει, όπως ο Πήτερ Παν να πετάξει στον ουρανό ή να πηδήξει με τη Μαίρη Πόππινς μέσα σε μια ζωγραφιά και να βρεθεί ξαφνικά στη χώρα του Ποτέ ή σ’ έναν υπέροχο κήπο με πιγκουίνους να του σερβίρουν παγωτό σοκολάτα; Γιατί να κοιμηθεί στη γλυκιά αγκαλιά μιας αρκούδας, όπως ο Μόγλης σε εκείνη του Μπαλού, ή ν’ ανάψει φωτιά στο στομάχι μιας φάλαινας, όπως έκανε ο ψευτάκος ο Πινόκιο; Γιατί να επιχειρήσει τον γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες, ταξιδεύοντας σαν μικρός Φιλέας Φογκ, ακόμη και με αερόστατο, πάνω από επικίνδυνες, χιονισμένες βουνοκορφές; Γιατί να ακούσει τις συμβουλές ενός πάνθηρα, ενός γρύλλου ή μιας μικρής νεράιδας που ακούει στο παράξενο όνομα Τίνκερ Μπελ; Γιατί να θέλει να κονταροχτυπηθεί με ανεμόμυλους ή να καταδιώκει τον Μόμπυ Ντικ επί μήνες στις τρικυμισμένες θάλασσες; Γιατί να βγει βόλτα στο δάσος με επτά νάνους ή να κρυφθεί στο καμπαναριό μιας μεγάλης εκκλησίας μ’ έναν καλοκάγαθο καμπούρη, που οι φίλοι του, κάτι παράξενα πέτρινα ανθρωπάκια, τον φωνάζουν Κουασιμόδο; Γιατί να θέλει να φανταστεί ότι είναι ο Μικρός Πρίγκιπας, ο Σεβάχ ο θαλασσινός, ο Αλαντίν, η Σταχτοπούτα, ο Όλιβερ Τουίστ, ο Δον Κιχώτης, η Ποκαχόντας, η γοργόνα Άριελ, ο Χάρρυ Πότερ; Ότι μπορεί να συνομιλεί με αετούς, ιππόκαμπους, τίγρεις; Ακόμη και με φαντάσματα, ξωτικά και τζίνια; Γιατί να θέλει ν’ ανακαλύψει το μυστικό που κρύβει βαθιά μέσα του καθώς τα μάτια του τρέχουν πάνω στις λέξεις του βιβλίου; Ότι είναι ένα μοναδικό, υπέροχο παιδί, που όμοιό του δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά. Που σ’ αυτόν τον νέο κόσμο που απλώνεται τώρα μπροστά του, όμορφο, μυστηριώδη αλλά κι επικίνδυνο, όλα όσα έχει φανταστεί και θελήσει μπορεί να συμβούν, φτάνει να έχει τη δύναμη να συνεχίζει, όταν τελειώσει το διάβασμα, να είναι ο εαυτός του. Που σημαίνει να δώσει κι αυτό μια μάχη, όπως όλοι οι ήρωές των βιβλίων του, εναντίον σε οτιδήποτε προσπαθεί να του αποδείξει ότι η ζωή είναι μια πληκτική, προβλέψιμη, πεζή ιστορία. 

πηγή: http://www.philanagnosia.gr/diafora-themata/gramma-sena-paidi/1584-gramma-sena-paidi

Θανάσης Βαλτινός, Γράμμα σ' ένα παιδί για τη φιλαναγνωσία

Αγαπητέ Γιώργο,
Έχω μπλέξει. Πρέπει επειγόντως να μου ξαναδείξεις πώς θα διαβάζω τα sms στο κινητό μου. Μη γελάσεις, έχει χοντρύνει το μυαλό μου. Μη γελάσεις γιατί θα το πάθεις και συ σε καμιά εξηνταπενταριά χρόνια.
Λοιπόν, σχετικά με τα ταξίδια που συζητούσαμε την Κυριακή: τα καλύτερα τα έχω κάνει με τα βιβλία. Μέχρι το φεγγάρι έφτασα. Στα βάθη των ωκεανών επίσης. Με τον φίλο μου τον Ιούλιο Βερν. Δεξιοτέχνης. Και με τη δική μας τη Δέλτα. Όχι των παγωτών. Τη γιαγιά Πηνελόπη Δέλτα, με τον Καπετάν Άγρα, με τον Καπετάν Τυλιγάδη της. Τι ωραίες μορφές μέσα στις καλαμιές των μυστικών του βάλτου. Στην ηλικία σου αυτά. Συναρπαστική εποχή. Ακολούθησαν κι άλλα φυσικά. Πιο δύσκολα και ίσως πιο απολαυστικά. Γιατί ωρίμαζα στο μυαλό - και στην ευαισθησία. Με άλλους φίλους καινούργιους τώρα: Μπαλζάκ, Φλωμπέρ, Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντης, Τολστόι, Βιζυηνός. Τι έξοχη περιπέτεια, τι γνωριμίες. Μακρηγορώ ωστόσο. Την άλλη Κυριακή θα συνεχίσουμε. Και θα μου μάθεις όλες τις λειτουργίες του κινητού μου. Μέχρι τότε γεια σου.
Υ.Γ. Αναζήτησε στο μεταξύ τον «Μικρό Πρίγκιπα» του Σαιντ Εξυπερύ. Με έχει μαγέψει αυτό το βιβλίο. Ο Σαιντ Εξυπερύ ήταν πιλότος σε καταδιωκτικά. Ποιητής-πολεμιστής. Θα σου πω πολλά για τη ζωή του. Μοναχικός πρωτοπόρος. 

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Μανώλης Αναγνωστάκης (1925-23/6/2005)

Ένας από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ποιητής με πολιτική συνείδηση, φυλακίστηκε και καταδικάσθηκε σε θάνατο για τις ιδέες του και χαρακτηρίστηκε ως ο «ποιητής της ήττας», καθώς με τους στίχους του εξέφρασε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. Το ποιητικό του έργο καθόρισε την ομάδα των στρατευμένων ποιητών της μεταπολεμικής ποίησης.

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου του 1925. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Πήρε μέρος στην Αντίσταση ως στέλεχος της ΕΠΟΝ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο.
Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1942 από το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Εκτελώντας χρέη και αρχισυντάκτη, το 1944 συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα» (1944), πόλο συσπείρωσης των προοδευτικών νέων λογοτεχνών της πόλης, και το 1945 εξέδωσε με δικά του έξοδα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχές». Αν και προχώρησε στην έκδοση μιας σειράς ποιητικών συλλογών τις επόμενες δεκαετίες, θα έπρεπε να περιμένει ως το 1979, σχεδόν 35 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του, ώστε να δει να τυπώνεται η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του χωρίς δικά του έξοδα.
Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά, ενώ είχε και πυκνή παρουσία στην εφημερίδα «Αυγή», με κείμενα για θέματα λογοτεχνικά και πολιτικά. Εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» (Θεσσαλονίκη, 1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοκτώ κειμένων» (1970), των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Η Συνέχεια» (1973).
Τα ποιήματα που ο Μανώλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.
«Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω», είχε ξεκαθαρίσει, γιατί «το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Ίσως επειδή, όπως είχε πει σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».
Ο Αναγνωστάκης είχε προαναγγείλει τη σιωπή του με τους στίχους:
Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες. (Στόχος, 1970)

Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1986) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2002), ενώ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το πιο γνωστό του ποίημα ήταν το Μιλώ, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Η ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι στίχοι του φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή της αυγής και λιγότερο με το λυκόφως. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνοντα τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.
Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου 2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.

Διαβάστε

  • «Ποιήματα 1941-1971» (Εκδόσεις Νεφέλη)
  • Αλέξανδρου Αργυρίου: «Μανόλης Αναγνωστάκης: Νοούμενα και υπονοούμενα της ποίησής του» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης)


Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/biographies/174#ixzz2X1W5xzST



Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Φ. Ντοστογιέφσκι, Το Υπόγειο



Γραμμένες στα 1864, οι Σημειώσεις από το Υπόγειο είναι το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημα του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι μετά από την απελευθέρωσή του από το κάτεργο και θεωρείται από τους σύγχρονους κριτικούς όχι μόνο προάγγελος, αλλά και ερμηνευτικό κλειδί των μεγάλων έργων που θα ακολουθήσουν.
Και όμως, το Υπόγειο μπορεί περισσότερο από κάθε άλλο έργο του μεγάλου Ρώσου να παραπλανήσει τον ανυποψίαστο αναγνώστη. Γραμμένο σε α΄ πρόσωπο και εξομολογητικό ύφος, μπορεί να εκληφθεί ως απόσταγμα της εμπειρίας του σαραντάχρονου τότε συγγραφέα, και καρπός της τραγικής ζωής του –επιληψία, τζόγος, εξτρεμισμός, σύλληψη και καταδίκη στο κάτεργο, θάνατοι των αγαπημένων του προσώπων. Όμως το Υπόγειο απέχει πολύ από το να είναι ένα λογοτεχνικό ημερολόγιο του Ντοστογιέφσκι.


Το Υπόγειο είναι ένα έργο πολεμικής. Δεν έχει νόημα στα πλαίσια μιας ιστολογικής ανάρτησης να αναφερθούμε στις αρχαίες διαμάχες της ρωσικής διανόησης και τα πρόσωπα, στα οποία ο Ντοστογιέφσκι επιτίθεται και παρωδεί. Εξάλλου από πολύ νωρίς, οι μελετητές του έργου του λίγη σημασία έδιναν στις συγκεκριμένες συγκυρίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Υπόγειο εκφράζει αλήθειες καθολικότερες.Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος ο Ντοστογιέφσκι επιτίθεται με δριμύτητα σε όλα τα μεγάλα ρεύματα σκέψης και τα πνευματικά κινήματα που εισάχθηκαν και άκμασαν στη Ρωσία των μέσων του 19ου αιώνα. Από τα δηλητηριώδη βέλη του υποχθόνιου ήρωά του πλήττονται βάναυσα ο ντετερμινισμός, ο εξελικτισμός, ο ρασιοναλισμός, η ιατρική και οι φυσικές επιστήμες, και φυσικά ο σοσιαλισμός. Στην τελική, πλήττονται βάναυσα από τον υπόγειο ήρωα όλοι οι «κανονικοί» άνθρωποι, οι θεωρήσεις και οι βεβαιότητές τους.
Η πολεμική μηχανή που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας εναντίον αυτών των ιδεολογιών δεν είναι άλλος από τον ήρωά του. Ο Υποχθόνιος δεν είναι αρνητής των μοντέρνων και προοδευτικών ιδεών, αλλά θερμός θιασώτης τους –όπως υπήρξε άλλωστε και ο ίδιος ο συγγραφέας. Βέβαια ο Υποχθόνιος απέχει πολύ από το να είναι ένας από τους συνηθισμένους οπαδούς, τους  “κανονικούς ανθρώπους” που χλευάζει και ποθεί, καθώς έχει εσωτερικοποιήσει και αφομοιώσει απολύτως τις προοδευτικές ιδέες και βιώνει πλέον τις συνέπειές τους. Όπως παρατηρεί ο Joseph Frank, ο ήρωας του Υπογείου δεν είναι ένας ηθικός και ψυχολογικός χαρακτήρας, αλλά πρωτίστως είναι ένας κοινωνικός-ιδεολογικός τύπος, του οποίου η ψυχολογία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και εξαρτώμενη από τις ιδέες που ασπάζεται και σύμφωνα με τις οποίες προσπαθεί να ζει.
Συνεπώς η πολεμική του Ντοστογιέφσκι γίνεται μέσα από τα σπλάχνα των κινημάτων και των ιδεολογιών. Ο Υποχθόνιος είναι ο καρκίνος που εμφυτεύει ο συγγραφέας στο αντίπαλο στρατόπεδο, καθώς παρουσιάζει τα αποτελέσματα που θα έχει η τυχόν επικράτησή του στην Ρωσία.
Ποιος όμως είναι ο στόχος του Ντοστογιέφσκι; Και γιατί ο ήρωάς του μισεί θανάσιμα εκείνο που λατρεύει;
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο Ντοστογιέφσκι δεν ασκεί την κριτική του εν ονόματι κάποιου άλλου ιδεολογικού χώρου. «Αν πρωτοτυπεί σε κάτι αυτή η άρνηση του σοσιαλισμού», παρατηρεί ο Κ. Παπαγιώργης, «είναι ότι δεν αντιτάσσει μια άλλη ορθολογική οργάνωση. Μια νέα μυρμηγκοφωλιά στη θέση της παλιάς».
Με άλλα λόγια, ο Ντοστογιέφσκι πολεμάει εδώ με πάθος οτιδήποτε, οποιαδήποτε ιδέα περιορίζει την ελευθερία βούλησης του ανθρώπου. Απεχθάνεται κάθε Κρυστάλλινο Παλάτι, που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα κοτέτσι, που προσφέρει ψεύτικη ασφάλεια φυλακίζοντας τον άνθρωπο. Απεχθάνεται κάθε σύστημα, ιδέα ή επιστήμη, η οποία μετατρέπει τον άνθρωπο σε πλήκτρο του πιάνου που παίζει με λογική και ρεαλισμό η εξουσία.
Γι’ αυτό η ντοστογιεφσκική κριτική του σοσιαλισμού είναι τόσο επίκαιρη σήμερα, που η «θρησκεία της αγοράς», ο νεοφιλελευθερισμός, ανενδοίαστα θυσιάζει τον άνθρωπο για να ανθίσει ένα οικονομικό σύστημα. Το Κρυστάλλινο Παλάτι της εποχής μας ονομάζεται ανάπτυξη και δεν διαφέρει σε τίποτα από το κοτέτσι του Υπογείου.
Από την πολεμική του Υπογείου δεν γλιτώνει ο0ύτε καν ο ίδιος ο συγγραφέας του -άλλωστε αυτό που διεκδικεί ο Υποχθόνιος είναι η απόλυτη ελευθερία, ακόμα και η ελευθερία της αυτοκαταστροφής. Το β΄ μέρος, όπου ο ήρωάς του βγαίνει στο φως και βολτάρει στην Αγία Πετρούπολη αποζητώντας την ανθρώπινη επαφή, δεν είναι παρά μια παρωδία του ρομαντικού ήρωα, ο οποίος άκμασε στην Ευρωπαϊκή και την Ρώσικη λογοτεχνία του 19ου αιώνα και ο οποίος πρωταγωνιστούσε στα πρώιμα μυθιστορήματα του ίδιου του Ντοστογιέφσκι.
Ο ρομαντικός ήρωας είναι αποκομμένος από τον κόσμο. Μια άπειρη απόσταση τον χωρίζει από τους συνανθρώπους του. Ζει περιπέτειες, δόξες, τιμές, καταστροφές και ταπεινώσεις, αλλά τίποτα από αυτά δεν τον αγγίζει πραγματικά, δεν τον αλλοιώνει, δεν τον μεταβάλει. Το εγώ του παραμένει θωρακισμένο και απρόσιτο. Η μεγαλοψυχία του, η γενναιοδωρία του, η ευγένεια και η αγαθότητά του πηγάζουν ανεξάντλητα από μέσα του και του παρέχουν την μεγαλειότητα σε καιρούς δοκιμασίας και θριάμβου.
Αυτή ακριβώς την μεγαλοσύνη και την ανωτερότητα νιώθει και ο Υποχθόνιος μέσα στο δωμάτιό του, μεταξύ οροφής και πατώματος. Συνειδητοποιεί όμως ότι αυτή η ανωτερότητα χρειάζεται και την αναγνώριση της ανθρωπότητας να υπάρξει, το βλέμμα του άλλου –αυτό είναι το δράμα του. Ή μάλλον η κωμωδία του, καθώς το β’ μέρος του Υπογείου είναι γραμμένο σε διαφορετικό ύφος από το α΄, πιο ανάλαφρο. Η κωμική του διάσταση επιτείνεται από τις συνεχείς ματαιώσεις των ρομαντικών ονειροφαντασιών του ήρωα.
Αποκορύφωση αυτής της κωμωδίας είναι το γεύμα με τους παλαιούς συμμαθητές. Εκεί ο Υποχθόνιος εισέβαλε απρόσκλητος με στόχο να τους σκλαβώσει με την ευγένεια και την εσωτερική, ρομαντική του δύναμη, αλλά κανείς δεν του δίνει σημασία. Βηματίζει επί τρεις ώρες «από το τραπέζι ίσαμε τη σόμπα και από τη σόμπα ίσαμε το τραπέζι», ενώ οι άλλοι αδιάφορα τρώνε, πίνουν, συζητούν, αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Μόνος απέναντι στους άλλους που είναι μαζί –στο σημείο αυτό βρίσκεται η απόλυτη γελοιοποίηση του ρομαντικού ήρωα.
Η κωμωδία όμως μετατρέπεται σε πραγματική τραγωδία όταν στη συνέχεια, μανιασμένος από την απόρριψη ο Υποχθόνιος επισκέπτεται ένα πορνείο. Η σωτηρία της πόρνης, διαβάζουμε στα εγχειρίδια, αποτελούσε κοινό θέμα στην προοδευτική ρώσικη λογοτεχνία του 19ου αιώνα: Ο φωτισμένος λόγιος διδάσκοντας την λογική κάνει την ταπεινωμένη γυναίκα να αλλάξει ζωή. Η παραβολή είναι προφανής, όπως προφανής είναι και η διαστρέβλωση από τον Ντοστογιέφσκι του μύθου.
Στο πορνείο ο Υποχθόνιος βρέθηκε αντιμέτωπος με κάτι πραγματικά καλό, πραγματικά αγνό, πραγματικά όμορφο, με την «ζωντανή ζωή», όπως θα έλεγε ο ίδιος, την Λίζα, μια νεαρή πόρνη. Μόλις όμως οσμίζεται ότι εκείνη είναι πιο ευάλωτη από τον ίδιο αποφασίζει να εκδικηθεί με έναν απλό τρόπο: Γίνεται όσο πιο αποκρουστικός μπορεί για την κοπέλα. Κι όταν μετά το σεξ την βλέπει να αποτραβιέται αηδιασμένη, αποφασίζει να της επιβληθεί όχι μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά. Αρχίζει λοιπόν να παίζει με τα συναισθήματά της και προκαλεί την συναισθηματική της κατάρρευση.
Εδώ ο Υποχθόνιος κάνει ένα σφάλμα: Παρασυρμένος από τα ίδια τα ευγενικά του λόγια, κάνει το παραπάνω βήμα και την προσκαλεί στο σπίτι του. Εκείνη τη στιγμή του φαινόταν πρέπον, ωραίο και υψηλό, αλλά αίφνης μόλις δρασκέλισε την πόρτα του Υπογείου του και ήλθε αντιμέτωπος με την άθλια καθημερινότητά του, ένιωσε τρόμο: Αν πράγματι η Λίζα ερχόταν και τον έβλεπε σε αυτό το χάλι;
Πράγματι, όταν μετά από τρεις ημέρες η κοπέλα θα τον επισκεφθεί και θα τον αντικρίσει με την άθλια, τριμμένη ρόμπα να εξουσιάζεται από τον ίδιο του τον υπηρέτη, ο Υποχθόνιος θα καταρρεύσει και θα της ομολογήσει όλο το άθλιο σχέδιό του: Δεν ενδιαφερόταν καθόλου για την ίδια, ήθελε μόνο να ταπεινώσει και να εξευτελίσει έναν άλλον άνθρωπο για να νιώσει ανώτερος.
Η Λίζα στο σημείο αυτό βρίσκεται σε πλεονεκτικό σημείο, θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί και επιτύχει μια ολοκληρωτική νίκη απέναντί του. Αλλά η φτωχή κοπέλα, η ενσάρκωση της ρώσικης ψυχής, αφήνει κατά μέρος τα δικά της προβλήματα, τον δικό της εξευτελισμό, τον αγκαλιάζει και τον παρηγορεί. Ο Ντοστογιέφσκι φέρνει τον διανοούμενο / ριζοσπάστη / ρομαντικό ήρωά του αντιμέτωπο με το μεγαλείο της λαϊκής ψυχής. Αυτή είναι η ευκαιρία του, να αφήσει τον εγωκεντρισμό του στην άκρη και να ξεκινήσει μια νέα ζωή. Ο Υποχθόνιος όμως δεν μπορεί να αντέξει το γεγονός ότι ταπεινώθηκε μπροστά στη φτωχή πόρνη. Το γεγονός ότι η Λίζα τον αποδέχεται όπως είναι, δεν τον αναπαύει καθόλου. Εκείνος αποζητά την αναγνώριση των συμμαθητών του. Μόνο το δικό τους βλέμμα, εκείνων που περιφρονεί και ζηλεύει, μπορεί να τον θεραπεύσει. Η καλοσύνη της πόρνης δεν είναι παρά μια ακόμα ταπείνωση για τον ίδιο, την οποία δεν μπορεί να ανεχθεί. Έτσι, για να πετύχει την υπέρτατη νίκη, «από καθαρή κακία» δίνει στην κοπέλα ένα χαρτονόμισμα. Η Λίζα φεύγει τρέχοντας από το σπίτι του, προλαβαίνοντας όμως να αφήσει στο τραπεζάκι τα χρήματα. Είναι ενδεικτικό των ντοστογιεφσκικών σαδομαζοχιστικών σχέσεων ότι μόλις το Υποχθόνιος είδε τα χρήματα, μόλις δηλαδή διαπίστωσε ότι η Λίζα αποδείχτηκε ξανά ανώτερή του, βγήκε έξω τρέχοντας, αποζητώντας την να της φιλήσει τα πόδια και να ζητήσει συγχώρεση, αλλά εκείνη είχε χαθεί μέσα στη νύχτα.
Το Υπόγειο φαντάζει ζοφερό και απέλπιδο, σκοτεινή προφητεία του καιρού μας – ο Υποχθόνιος δεν μπορεί να βρει πουθενά παρηγοριά, χαρά και γαλήνη, ούτε στις ωραίες ιδέες που καταναλώνει και ασπάζεται, ούτε στον εσωτερικό του κόσμο.
Τι απομένει λοιπόν;
Η λογοτεχνική ιστορία λέει πως στο 10ο κεφάλαιο του α΄ μέρους ο Ντοστογιέφσκι πρότεινε ως διέξοδο την Ορθοδοξία, αλλά οι σχετικές αναφορές κόπηκαν από τους λογοκριτές, καθώς θεωρήθηκαν βλάσφημες και ανατρεπτικές. Ο Χριστιανισμός όμως του Ντοστογιέφσκι δεν ήταν ένα σύνολο κανόνων και δογμάτων, παρά ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει κηρυγματικά σε κανένα από τα έργα του –ούτε καν στους Καραμαζόφ– αλλά ποτίζει τις συμπεριφορές των ηρώων. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι χάθηκε η σχετική αναφορά από το Υπόγειο δεν αλλάζει και πολλά, ούτε στη στόχευση, ούτε στη σημασία, ούτε φυσικά και στη λύση που δίνει ο συγγραφέας…
————————–
Τα αποσπάσματα είναι από την μετάφραση της Κ. Μακρή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη.

Βιβλιογραφία:
Joseph Frank, Dostoevsky. A Writer In His Times (Princeton University Press, 2010)
W. J. Leatherbarrow, The Cambridge Companion To Dostoevskii (Cambridge University Press, 2002)
Ν. Μπερδιάγιεφ, Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι (Πουρνάρας, 1990)
Κωστή Παπαγιώργη, Ντοστογιέφσκι (Καστανιώτης, 1990)

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Κώστας Καρυωτάκης, Δον Κιχώτες


Oι Δον Kιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ώς την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Iδέα.
Kοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων,
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσής του δρόμου,
ο Σάντσος λέει «δε σ' το 'λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ' άλογό μου!»

Έτσι αν το θέλει ο Θερβαντές ― εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Zωή, του Oνείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν' απαρνηθούν τις πρώτες.

Tους είδα πίσω να 'ρθουνε ―παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι' ανύπαρχτο βασίλειο―
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

(από τα Ποιήματα και Πεζά, Ερμής 1972) 

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Ο σπόρος του αυτοκράτορα

Ένας αυτοκράτορας στην Άπω Ανατολή, γερνούσε και καταλάβαινε ότι έφτασε η ώρα να διαλέξει το διάδοχό του. Αντί να διαλέξει έναν από τους βοηθούς του ή έναν από τα παιδιά του, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. Προσκάλεσε μια μέρα πολλούς νέους του βασιλείου του και τους είπε. “Έφτασε η ώρα μου να παραιτηθώ και να διαλέξω τον επόμενο αυτοκράτορα. Έχω αποφασίσει να διαλέξω έναν από σας”.
Οι νέοι ξαφνιάστηκαν! Αλλά ο αυτοκράτορας συνέχισε. “Θα δώσω σήμερα στον καθένα σας ένα σπόρο, έναν πολύ ειδικό σπόρο. Θέλω να τον φυτέψετε, να τον ποτίζετε και να ξαναρθείτε εδώ μετά ένα χρόνο από σήμερα με ότι έχει φυτρώσει απ’ αυτόν τον ένα σπόρο. Εγώ θα κρίνω τότε τα φυτά που θα φέρετε κι αυτός, το φυτό του οποίου θα διαλέξω, θα είναι ο επόμενος αυτοκράτορας!”
Ένα αγόρι που λεγόταν Λίνγκ, ήταν εκεί εκείνη την ημέρα και όπως όλοι οι άλλοι, πήρε κι αυτός ένα σπόρο. Πήγε σπίτι του και γεμάτος ενθουσιασμό διηγήθηκε στη μητέρα του τι συνέβη. Η μητέρα του τον βοήθησε να βρει μια γλάστρα και χώμα κι αυτός φύτεψε το σπόρο και τον πότισε προσεχτικά. Του άρεσε να τον ποτίζει κάθε μέρα και να παρακολουθεί να δει αν είχε φυτρώσει.
Υστερα από τρεις εβδομάδες περίπου, μερικοί από τους άλλους νέους, άρχισαν να μιλούν για τους σπόρους τους και για τα φυτά που άρχισαν να μεγαλώνουν.
Ο Λίνγκ συνέχισε να παρακολουθεί το σπόρο του, αλλά τίποτα δεν φύτρωσε ποτέ. Πέρασαν τρεις εβδομάδες, τέσσερις εβδομάδες, πέντε εβδομάδες κι ακόμα τίποτα. Τώρα όλοι οι άλλοι μιλούσαν με ενθουσιασμό για τα φυτά τους, ο Λίνγκ όμως δεν είχε φυτό και αισθανόταν αποτυχημένος.
Πέρασαν έξι μήνες κι ακόμα δεν φύτρωσε τίποτα στη γλάστρα του Λίνγκ. Άρχισε να πιστεύει ότι είχε σκοτώσει το σπόρο του. Όλοι οι άλλοι είχαν δέντρα και ψηλά φυτά, αυτός όμως τίποτα. Όμως ο Λίνγκ δεν έλεγε τίποτα στους φίλους του. Απλά περίμενε να φυτρώσει ο σπόρος του.
Τελικά πέρασε ένας χρόνος και όλοι οι νέοι του βασιλείου έφεραν τα φυτά τους στον αυτοκράτορα για επιθεώρηση. Ο Λίνγκ είπε στη μητέρα του ότι δεν θα πήγαινε μια άδεια γλάστρα, αλλά αυτή τον συμβούλεψε να πάει. Και επειδή ήταν τίμιος με ό,τι συνέβη και παρ’ όλο που αισθανόταν αδιαθεσία στο στομάχι, παραδέχτηκε ότι η μητέρα του είχε δίκιο. Πήγε λοιπόν την άδεια γλάστρα του στο παλάτι. Όταν έφτασε εκεί ο Λίνγκ έμεινε κατάπληκτος από την ποικιλία των φυτών που καλλιέργησαν οι άλλοι νέοι. Ήταν όμορφα σε όλα τα σχήματα και μεγέθη. Ο Λίνγκ ακούμπησε την άδεια γλάστρα του στο πάτωμα και πολλοί από τους άλλους άρχισαν να τον περιγελούν. Μερικοί τον λυπήθηκαν και του είπαν. “Δεν πειράζει, προσπάθησες για το καλύτερο”.
Όταν έφτασε ο αυτοκράτορας, εξέτασε την αίθουσα και χαιρέτησε τους νέους. Ο Λίνγκ προσπάθησε να κρυφτεί στο πίσω μέρος της αίθουσας. “Τι μεγάλα φυτά, δέντρα και λουλούδια καλλιεργήσατε”, είπε ο αυτοκράτορας. “Σήμερα ένας από σας θα εκλεγεί σαν ο επόμενος αυτοκράτορας”! Ξαφνικά διέκρινε το Λίνγκ με την άδεια του γλάστρα, στο πίσω μέρος της αίθουσας. Διέταξε αμέσως τους φρουρούς του να τον φέρουν μπροστά του. Ο Λίνγκ ήταν κατατρομαγμένος. “Ο αυτοκράτορας γνωρίζει ότι είμαι αποτυχημένος”, είπε. “Ίσως θα πρέπει να με σκοτώσει”.
Όταν ο Λίνγκ ήλθε μπροστά ο αυτοκράτορας τον ρώτησε πώς λέγεται. “Λέγομαι Λίνγκ” απάντησε. Οι υπόλοιποι άρχισαν να γελούν και να τον κοροϊδεύουν. Ο αυτοκράτορας ζήτησε να ηρεμήσουν όλοι. Κοίταξε τον Λίνγκ και κατόπιν ανάγγειλε στο πλήθος, “Ιδού ο νέος σας αυτοκράτορας! Το όνομά του είναι Λίνγκ”! Ο Λίνγκ δεν μπόρεσε να το πιστέψει. Δεν μπόρεσε ούτε το σπόρο του να κάνει να φυτρώσει! Πώς θα μπορούσε να γίνει ο νέος αυτοκράτορας;
Τότε ο αυτοκράτορας είπε, “Πριν ένα χρόνο, σαν σήμερα, έδωσα στον καθένα από σας εδώ ένα σπόρο. Σας είπα να πάρετε το σπόρο, να τον φυτέψετε, να τον ποτίσετε και να μου τον φέρετε πίσω σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι έδωσα σε όλους σας βρασμένους σπόρους, που δεν θα φύτρωναν. Όλοι σας, εκτός από τον Λίνγκ, μου έχετε φέρει δέντρα και φυτά και λουλούδια. Όταν ανακαλύψατε ότι οι σπόροι δεν θα βλάσταιναν, αντικαταστήσατε το σπόρο που σας έδωσα μ’ έναν άλλο. Ο Λίνγκ ήταν ο μόνος που είχε το θάρρος και την εντιμότητα να μου φέρει μια γλάστρα που είχε μέσα το δικό μου σπόρο. Γι’ αυτό είναι αυτός που θα γίνει ο νέος αυτοκράτορας!
Αν σπείρεις εντιμότητα, θα θερίσεις εμπιστοσύνη.
Αν σπείρεις καλοσύνη, θα θερίσεις φίλους.
Αν σπείρεις ταπεινοφροσύνη, θα θερίσεις μεγαλείο.
Αν σπείρεις επιμονή, θα θερίσεις νίκη.
Αν σπείρεις στοχασμό, θα θερίσεις αρμονία.
Αν σπείρεις σκληρή δουλειά, θα θερίσεις επιτυχία.
Αν σπείρεις συγχώρηση, θα θερίσεις συμφιλίωση.
Αν σπείρεις ειλικρίνεια, θα θερίσεις καλές σχέσεις.
Αν σπείρεις υπομονή, θα θερίσεις βελτίωση.
Αν σπείρεις πίστη, θα θερίσεις θαύματα.
Αν σπείρεις ανεντιμότητα, θα θερίσεις δυσπιστία.
Αν σπείρεις εγωισμό, θα θερίσεις μοναξιά.
Αν σπείρεις περηφάνια, θα θερίσεις καταστροφή.
Αν σπείρεις ζήλια, θα θερίσεις ταλαιπωρία.
Αν σπείρεις οκνηρία, θα θερίσεις στασιμότητα.
Αν σπείρεις πικρία, θα θερίσεις απομόνωση.
Αν σπείρεις πλεονεξία, θα θερίσεις απώλεια.
Αν σπείρεις κακολογία, θα θερίσεις εχθρούς.
Αν σπείρεις στενοχώριες, θα θερίσεις ρυτίδες.
Αν σπείρεις αμαρτίες, θα θερίσεις ενοχές.
Πρόσεχε, λοιπόν, τι σπέρνεις τώρα. Αυτό θα καθορίσει τι θα θερίσεις αύριο.