Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

130 χρόνια από τη γέννηση του Φραντς Κάφκα

Γεννημένος στην Πράγα, στις 3 Ιουλίου του 1883, ο τσεχο-εβραίος συγγραφέας Φραντς Κάφκα ανήκει στη χορεία των πιο επιδραστικών λογοτεχνών του 20ού αιώνα. Είναι ο κατεξοχήν εκφραστής του εξπρεσιονισμού και ο πεζογράφος που ανανέωσε το είδος του φανταστικού αφηγούμενος αγχώδεις, εφιαλτικές καταστάσεις που αποδίδουν χαρακτηριστικά τις νέες συνθήκες ζωής στη νεωτερική εποχή.
Στη διάρκεια της ζωής του ο Κάφκα έγραφε διαρκώς –στα γερμανικά–, αλλά δημοσίευε ελάχιστα. Οι μελετητές του υπολογίζουν ότι, όσο ζούσε ο Κάφκα, είδαν το φως της δημοσιότητας λιγότερες από 450 σελίδες, διηγήματα τυπωμένα κυρίως σε λογοτεχνικά περιοδικά. Παίδευε πολύ τα κείμενά του και ό,τι δεν τον ικανοποιούσε αισθητικά κατέληγε στη φωτιά. Εκτιμάται ότι είχε καταστρέψει το ενενήντα τοις εκατό των γραπτών του. Αντίστοιχη ήταν και η οδηγία που άφησε πεθαίνοντας στον στενό φίλο του Μαξ Μπροντ(1884-1968), τον εκτελεστή της διαθήκης του: «Ακριβέ μου Μαξ, η τελευταία μου επιθυμία: Ολα όσα αφήνω πίσω μου… ημερολόγια, χειρόγραφα, επιστολές (δικές μου και άλλων), σημειώσεις κτλ. να καούν αδιάβαστα. Δικός σου, Φραντς Κάφκα». 
Αν ο Μπροντ είχε εκτελέσει την τελευταία επιθυμία του φίλου του, σήμερα δεν θα γράφονταν αυτές οι γραμμές. Εκείνος όμως πίστευε πολύ στη ρηξικέλευθη γραφή του Κάφκα και δεν σκόπευε να καταστρέψει τα κείμενά του – του το είχε δηλώσει μάλιστα. Σε αυτή τη δήλωση στηρίχθηκε για να παραβεί την εκπεφρασμένη εντολή του φίλου του εκδίδοντας ένα ένα τα κείμενα του Κάφκα από τα ημιτελή χειρόγραφά του: «Δίκη» (1925), «Πύργος» (1926), «Αμέρικα» (1927)… Το 1939, φεύγοντας από την Πράγα για την Παλαιστίνη λίγο προτού οι ναζιστές κλείσουν τα σύνορα της Τσεχίας, ο Μπροντ παίρνει μαζί του μια βαλίτσα με τα κατάλοιπα του Κάφκα. Στη διάρκεια της ζωής του ο Μαξ Μπροντ δημοσίευσε περίπου 83 βιβλία του Κάφκα ή για τον Κάφκα, υποβάλλοντας στη διεθνή λογοτεχνική κοινότητα την αίσθηση ότι το έργο του ήταν τόσο ξεχωριστό, τόσο σπουδαίο, που αποτελούσε κοινό κτήμα της ανθρωπότητας και δεν ανήκε σε κανέναν για να το απαγορεύσει, ούτε στον ίδιο.  

Αφιερωμένο στον Κάφκα  το doodle της 3ης Ιουλίου η Google, που παραπέμπει στην περίφημη νουβέλα του «Η μεταμόρφωση»
Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα κυνήγησαν τα έργα του Κάφκα, για διαφορετικούς λόγους. Εργα εβραίου, τα κείμενά του απαγορεύτηκαν από τους ναζιστές με την αιτιολογία ότι ήταν «βλαπτικά και ανεπιθύμητα». Λογοτέχνης ο οποίος βρισκόταν πολύ μακριά από το σταλινικό δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ο οποίος δεν εξέφραζε την πραγματικότητα της επανάστασης, ο Κάφκα απαγορεύτηκε στη Σοβιετική Ενωση αλλά και στην πατρίδα του ως συγγραφέας επικίνδυνος, καταθλιπτικός και παρακμιακός, ικανός να εμπνεύσει απελπισία. 
Το έργο του Κάφκα αντιστάθηκε σε όλες τις απαγορεύσεις και επιβιώνει παραμένοντας διαρκώς επίκαιρο και δημοφιλές. Οι φανταστικές εφιαλτικές ιστορίες του, το σουρεαλιστικό χιούμορ του και η εξπρεσιονιστική γραφή του, που εκφράζει το άγχος, την αγωνία και την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου σε έναν εχθρικό κόσμο απρόσωπης γραφειοκρατικής εξουσίας και καταπίεσης, άφησαν το αποτύπωμά τους σε μια ολόκληρη στρατιά επιγόνων – ξεκινώντας με τον πολύ συγγενικό του και εξίσου επιδραστικόΜπόρχες και περνώντας στον Σαρτρ και στους υπαρξιστές, στον Καμί, στον Ιονέσκο, στονΚούντερα, στον Ναμπόκοφ, στον Σαραμάγκου, στον Μάρκες... Ενας κόσμος, μια θεματολογία, μια ατμόσφαιρα, μια άποψη για την ανθρώπινη κατάσταση και την κοινωνία, που περικλείονται σε ένα επίθετο το οποίο έχει πλέον ενταχθεί στο καθημερινό λεξιλόγιο: «καφκικός». 
Ο Κάφκα πέθανε στις 3 Ιουνίου του 1924 στο σανατόριο Κίρλινγκ στα περίχωρα της Βιέννης. Ταλαιπωρημένος από τη φυματίωση, ο λαιμός του αρνιόταν να καταπιεί οτιδήποτε του έδιναν να φάει. «Eσβησε» από ασιτία, όπως ο εμπορικός αντιπρόσωπος Γκρέγκορ Σάμσα, ο άνθρωπος-κατσαρίδα που πρωταγωνίστησε στην περίφημη νουβέλα του «Η μεταμόρφωση (1915)», ένα από τα ελάχιστα κείμενα που τύπωσε ο Κάφκα όσο ζούσε. Hταν 41 ετών.

Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Γράμμα σ' ένα παιδί για τη φιλαναγνωσία

Αγαπητό μου παιδί,
Θέλω να σου μιλήσω για έναν φίλο που… τρώγεται! Ένα φίλο που, όσο παράξενο κι αν σου φανεί, τον λένε βιβλίο. «Αυτός είναι σωστός βιβλιοφάγος» δε λέμε για όποιον διαβάζει πολλά βιβλία; Ε, γι’ αυτό λέω πως «τρώγεται» ο φίλος αυτός.
Σκέφτομαι λοιπόν πως η λέξη «βιβλιοφάγος» φανερώνει πολλά: Τρώει κανείς όταν πεινάει. Όταν «τρώει» βιβλία, σημαίνει πως θέλει να χορτάσει το πνεύμα του. Οι δυο αυτές πείνες, η σωματική και η πνευματική, βρίσκω πως μοιάζουν αρκετά. Ας δούμε γιατί:
                Όταν αρρωσταίνουμε ή είμαστε λυπημένοι, μπορεί να μην έχουμε όρεξη να φάμε. Τούτη η ανορεξιά είναι παροδική. Μόλις περάσει αυτό που την προκαλεί, η όρεξη επανέρχεται. Ή μπορεί να μη θέλουμε να φάμε γιατί δε μας αρέσει το φαγητό. Κάποιο άλλο όμως που το προτιμάμε το τρώμε με ευχαρίστηση. Έτσι συμβαίνει και με την τροφή του μυαλού. Είναι φορές που νιώθουμε κουρασμένοι και δεν έχουμε όρεξη να διαβάσουμε. Ή είμαστε υποχρεωμένοι να διαβάσουμε κάτι που δε μας ενδιαφέρει πολύ. Μόλις όμως η κόπωση περάσει ή βρούμε κάποιο βιβλίο που μας αρέσει, αρχίζουμε το διάβασμα.
                Ας δούμε τώρα μια διαφορά ανάμεσα στις δύο πείνες: Όταν γεμίσει το στομάχι μας, δεν πεινάμε πια. Το πνεύμα μας όμως είναι αχόρταγο! Όσο του δίνουμε τροφή, τόσο περισσότερο πεινάει, τόσο περισσότερα βιβλία θέλει.
Και δεν έχει άδικο! Τα βιβλία μάς μαθαίνουν χίλια πράγματα για τον κόσμο, τους άλλους, τον ίδιο μας τον εαυτό. Συχνά μας φανερώνουν ότι και οι άλλοι νιώθουν όπως εμείς, έχουν τις ίδιες χαρές ή τις ίδιες στενοχώριες, αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα, αλλά καταφέρνουν τελικά να τα ξεπεράσουν. Κι αυτό μας δίνει κουράγιο. Άλλοτε πάλι μας δείχνουν ότι υπάρχουν ή υπήρξαν άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί από μας. Μαθαίνουμε τα αισθήματα και τις σκέψεις τους, σ’ όποιο τόπο κι αν βρίσκονται, όποια εποχή και αν έζησαν. Ταυτιζόμαστε μαζί τους. Κι αυτό μας συναρπάζει, μας δίνει την αίσθηση ότι ζούμε πολλές ζωές, πλουτίζει τις εμπειρίες μας.
                Κάθε βιβλίο που φτάνει στα χέρια μας είναι φίλος γενναιόδωρος, πιστός και πολύ βολικός! Ποτέ δε ζητάει κάτι, ενώ εκείνος πάντα μας δίνει ό,τι έχει, όποτε το ζητήσουμε. Αν δεν τον θέλουμε, περιμένει στο ράφι υπομονετικά. Αν τον καλέσουμε, έρχεται αμέσως. Κι είναι τόσο μικρός που χωράει στη σάκα μας ή στη βαλίτσα μας όταν πάμε ταξίδι.
        Όταν λοιπόν σου χαρίσουν ή σου δανείσουν ένα βιβλίο, υποδέξου το σαν φίλο πολύτιμο που δε θα σ’ εγκαταλείψει ποτέ∙ ένα μόνιμο σύντροφο-τροφή για τους «βιβλιοφάγους» χωρίς ημερομηνία λήξης!

Με αγάπη
Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Μάνος Κοντολέων, Γράμμα σ' ένα παιδί για τη φιλαναγνωσία

Γεια σου…
Ναι, σε σένα μιλώ… Μη μου πεις πως δε με γνώρισες;
Μέσα στο βιβλίο της «Γλώσσας» με έχεις δει… Δυο φορές, μάλιστα!
Τη μια ήταν που μαζί με το φίλο μου τον Γιωργή πήγαμε για δενδροφύτευση και αντί να φυτέψουμε δεντράκια, πλακωθήκαμε στις μπουνιές.
Την άλλη, πάλι, ήταν που είχα ντυθεί ιππότης κι… "έσκισα", ενώ ο Γιωργής είχε ντυθεί λωποδύτης και ο σκύλος… του έσκισε το βρακί.
Θυμήθηκες τώρα;…
Ναι, βρε ο Δαμιανός είμαι!... Ή μήπως θες να με πεις με το άλλο μου το όνομα, αυτό που με έκανε και διάσημο… Ο αδελφός της Ασπασίας!... Αυτός, ντε, είμαι!
Λοιπόν, τώρα που γνωριστήκαμε, νομίζω πως αν και με βλέπεις να κρατώ τρία βιβλία στο χέρι, δε θα με θεωρείς πως είμαι … κάποιο φυτό!... Βλίτο, ας πούμε!
Ποιος σου είπε πως όσα παιδιά τους αρέσει να διαβάζουν βιβλία, είναι σπασικλάκια;
Εμένα που με βλέπεις, είμαι και ο πρώτος στο παιχνίδι και στις πλάκες, μα και πρώτος βγαίνω στις βιβλιοδρομίες του σχολείου μου.
Γιατί, εδώ και καιρό, το έπιασα το νόημα.
Κατάλαβα, δηλαδή, πως έτσι και κάτσεις και διαβάσεις ένα βιβλίο, τότε είναι που κάνεις, στ’ αλήθεια, το κέφι σου…
Σε πρήξανε οι ασκήσεις της αριθμητικής, σε ζαλίσανε οι κανόνες της ορθογραφίας;… Ε, πιάνεις στα χέρια σου ένα βιβλίο και λαμπικάρει το μυαλό σου, αδελφάκι μου. Γίνεσαι, ας πούμε, μια Φεράρι που ξεχύνεται στην Εθνική και τρέχει με 750 άλογα!
Μέσα σε κάθε βιβλίο μια κόκκινη Φεράρι είναι κρυμμένη. Που άλλοτε μαρσάρει στο γέλιο, άλλοτε βρυχάται στη συγκίνηση, άλλοτε ρολάρει στο όνειρο… Κι εσύ έχεις ρίξει την πέμπτη και από το στερεοφωνικό ακούς τα τραγούδια π’ αγαπάς.
Κι έτσι και σταματήσεις, κυριακάτικα, σε κανένα rest area (έτσι δεν τα λένε τα βενζινάδικα που έχουν δίπλα τους και αναψυκτήρια;) πέφτουν γύρω σου οι άλλοι εκδρομείς και σε παρακαλούνε να τους πάρεις μαζί σου, με την Φεράρι… Το ξέρουνε πως με τη συντροφιά σου το ταξίδι θα έχει άλλο ενδιαφέρον!
Ναι, καλέ! Τέτοια σου συμβαίνουν άμα είσαι φανατικός βιβλιοφάγος.
Άσε που μπορεί και στο τέλος να γίνεις αυτό που έγινα εγώ!
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ!
Γιατί πως νομίζεις, δηλαδή, πως έφτασα να γράψω τα τρία βιβλία της σειράς «Ο αδελφός της Ασπασίας»;
Προτού τα γράψω, είχα όχι τρία, μα τριάντα τρία διαβάσει.
Και τώρα καμαρώνω εγώ κι εσύ με θαυμάζεις.
Γι αυτό σου λέω – γίνε βιβλιοφάγος.
Άλλωστε και ο Μάνος Κοντολέων, ο μπαμπάς μου δηλαδή, αν δεν ήταν κι αυτός από τα μικράτα του βιβλιοφάγος, δεν θα είχε καταφέρει να με γεννήσει -δηλαδή να φανταστεί τις περιπέτειες μου και στη συνέχεια να τις γράψει.
Κι έτσι δε θα υπήρχα στη ζωή σου να σε διασκεδάζω!
Γι αυτό σου λέω – Διάβασε και δε θα χάσεις!
Φιλούρες…
Δαμιανός
(και για την αντιγραφή: Μάνος Κοντολέων)

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Γράμμα σ' ένα παιδί για τη φιλαναγνωσία

Καλοί μου φίλοι,

σας γράφω γιατί σήμερα είχα μια αναπάντεχη συνάντηση.
 Όπως γύριζα στο σπίτι άκουσα ένα κλάμα. Κοίταξα γύρω μου. Δεν είδα κανέναν. Όμως το κλάμα συνεχιζόταν γοερό. Κοίταξα πάλι και τότε είδα ένα βιβλίο πεσμένο στην άκρη του πεζοδρομίου. Αυτό ήταν που έκλαιγε.
 Το πήρα στα χέρια μου και το ρώτησα
«Γιατί κλαις;»
«Όπως έπεσα κάποιες σελίδες μου τσακίστηκαν. Πόνεσα. Ευτυχώς δε σκίστηκαν»
«Πώς βρέθηκες εδώ; Σε πέταξαν;»
«Δε θυμάμαι. Πήγαινα με το φίλο μου, έναν μικρό αναγνώστη, στο σπίτι του.»
«Σε είχε αγοράσει από βιβλιοπωλείο ή σε είχε δανειστεί από Βιβλιοθήκη;»
«Δε θυμάμαι σου λέω. Κι ήθελα τόσο να απολαύσει την ανάγνωσή μου.»
«Πώς ξέρεις ότι θα απολάμβανε;»
«Είμαι συναρπαστικό βιβλίο εγώ. Υπάρχει παιδί που δε θέλει παρέα με υπέροχους φίλους να ταξιδεύει πέρα από τα σύνορα του τόπου και του χρόνου;»
«Αυτό θα τον βοηθούσε να καταλάβει τον κόσμο αλλά και τον εαυτό του!»
«Εσύ, για να το ξέρεις αυτό, είσαι σίγουρα βιβλιόφιλος!»
Του απάντησα πως μου αρέσει πολύ να διαβάζω αλλά και να γράφω βιβλία!
«Τι τυχερό που είμαι», φώναξε, «με βρήκε ένας συγγραφέας! Εσύ μπορείς να παρακαλέσεις τον Πήτερ Παν ή το Μικρό Πρίγκιπα να πετάξουν και να βρουν το φίλο μου;»
«Ξέρεις αυτοί είναι λογοτεχνικοί ήρωες! Γεννήθηκαν στο μυαλό ενός συγγραφέα και ζουν μέσα σε βιβλία όπως εσύ!»
«Αλήθεια; Έχω κι εγώ έναν ήρωα άξιο να αγαπηθεί. Ο ήρωάς μου ταξιδεύει στο παρελθόν μέσα από έναν υπολογιστή. Και στη σελίδα 88…»
«Τι γίνεται στη σελίδα 88;»
«Πήγαινε να διαβάσεις. Ό,τι καταλάβεις, αυτό γίνεται! Ο αναγνώστης δίνει νόημα στο κείμενο.»
« Άλλωστε αυτός σε διαλέγει ανάμεσα σε αμέτρητα άλλα βιβλία»
Τι ήθελα να το πω. Του θύμισα το μικρό αναγνώστη που το είχε διαλέξει κι έβαλε πάλι τα κλάματα, γιατί δεν πρόλαβε να δημιουργήσει μια σχέση μαζί του.
«Τι σχέση;»
«Από όλα τα βιβλία που διαβάζει κάποιος, μερικά τα ξεχωρίζει. Τα διαβάζει ξανά και ξανά. Δεν τα αποχωρίζετε ποτέ. Είναι αυτά που έχουν αγγίζει την ψυχή του. Που τον έχουν λίγο αλλάξει. Τέτοιο ήθελα να γίνω για αυτόν.»
Εκείνη την ώρα είδα ένα παιδί να έρχεται σιγά σιγά με το ποδήλατό του κοιτώντας σα να ψάχνει κάτι. Μόλις με παρατήρησε έτρεξε κοντά μου.
«Είναι δικό μου το βιβλίο που κρατάτε», μου είπε
«Χαίρομαι που γύρισες να το πάρεις. Το είχες πετάξει;»
«Ακόμη κι αν έπρεπε να πετάξω όλα τα βιβλία από την τσάντα μου, αυτό ποτέ!»
Έφυγε κρατώντας το στην αγκαλιά του. Κι εγώ έμεινα να τους κοιτάω και να σκέφτομαι πως αυτή η συνάντησή μου με το βιβλίο δε θα έχει νόημα αν δεν την μοιραστώ μαζί σας.
Καλές Αναγνώσεις
Βαγγέλης 

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Άλκη Ζέη, Γράμμα σ' ένα παιδί για τη φιλαναγνωσία

Αγαπητά μου παιδιά,

Σας γράφω γιατί δεν ξέρω σε ποιον να το πω και αν δε μιλήσω θα σκάσω.
Με λένε Νίκο, είμαι εφτά χρονών και πάω στη δευτέρα δημοτικού. Δεν ξέρω γιατί ο μπαμπάς και η μαμά εδώ και μέρες είναι όλο μούτρα. Ακόμα κι η γιαγιά όταν έρχεται να μας δει – μούτρα κι αυτή. Όλο ρωτάει τον μπαμπά:
-          Κανένα νέο;
-          Κανένα, απαντάει εκείνος και… μουτρώνει πιο πολύ.
Καλά, η μαμά έτσι κι αλλιώς δε μιλιέται. Μόνο ο παππούς είναι χαμογελαστός. Δηλαδή χαμογελάει στη φωτογραφία του που είναι μέσα σ’ ένα κάδρο στο γραφείο του μπαμπά. Γιατί ο παππούς και να ήθελε, δεν μπορούσε να κάνει μούτρα. Έχει πεθάνει πριν χρόνια, όταν εγώ ήμουνα μωρό.
Και να πεις πως έχω κάνει αταξίες και μουτρώνουνε. Παράξενο μα όλη τη βδομάδα βαριόμουνα να κάνω αταξίες. Ούτε έσκισα το μπλουτζίν μου ούτε έγραψα με μπικ πάνω στο άσπρο μου μπλουζάκι… κινέζικα.
Αυτοί όμως ούτε το πήρανε είδηση πως ήμουνα φρόνιμος.
Ο μπαμπάς που κάθε πρωί έφευγε πιο νωρίς από μένα, τώρα με πάει στο σχολείο. Και δεν έρχεται η γιαγιά να με πάρει όπως πάντα, γιατί η μαμά τελειώνει τη δουλειά της αργά. Έρχεται η μαμά. Με τη γιαγιά ήτανε πιο διασκεδαστικά γιατί φλυαρούσαμε σ’ όλο τον δρόμο. Η μαμά μουγγή με κατεβασμένα μούτρα. Ορκίζομαι πως δε φταίω εγώ.
Την Κυριακή το πρωί, είχα ξυπνήσει, χάζευα όμως στο κρεβάτι μου και προσπαθούσα να πιάσω τις αχτίδες που μπαίνανε από τη χαραμάδα του παραθυρόφυλλου. Η πόρτα της κάμαράς μου ήτανε ανοιχτή. Άκουσα τον μπαμπά που έλεγε:
-          Δεν φταίει σε τίποτα το παιδί, αν εμείς δεν έχουμε δουλειά. Θα πάμε στη θάλασσα.
-          Αφού έδωσες τις πινακίδες πίσω. Πώς θα πάμε; είπε η μαμά.
Αλήθεια δεν ξέρω γιατί ο μπαμπάς είπε μια μέρα πως έδωσε τις πινακίδες πίσω. Κι όπως κατάλαβα αυτό θα πει πως δεν είχε πια αυτοκίνητο.
-          Θα πάμε με το τραμ στη Γλυφάδα.
Μόλις άκουσα τον μπαμπά να το λέει αυτό, έδωσα μια στα σκεπάσματα κι έτρεξα να τους βρω.
Δεν είχα ταξιδέψει ποτέ μου με τραμ. Δεν ήξερα πως ήταν τόσο ωραία. Πηγαίνει σιγά σιγά κι έτσι προφταίνεις να βλέπεις απέξω, κι όταν μάλιστα στρίψει στη θάλασσα και πάει, πάει καμαρωτό και βλέπεις ανάμεσα στα δέντρα το… πέλαγος – έτσι μας διάβασε η δασκάλα μας σ’ ένα βιβλίο που λέγανε τη θάλασσα πέλαγος κι έμενα μ’ άρεσε πολύ.
Δεν κατεβήκαμε στη Γλυφάδα.
-          Αφού πάει ως τη Βούλα, γιατί να μην πάμε; είπε ο μπαμπάς και είδα πως δεν έκανε μούτρα.
-          Γιατί να μην πάμε; είπε και η μαμά και χαμογέλασε και δεν έκανε μούτρα.
Εγώ χάρηκα γιατί μ’ άρεσε πολύ που ταξίδευα με το τραμ.
Κατεβήκαμε στη Βούλα και πήγαμε στην παραλία. Μ’ άφησαν να βγάλω τα παπούτσια μου και να τσαλαβουτήσω στο… πέλαγος.
Και στον γυρισμό ήτανε ωραία, μα μόνο στον μισό δρόμο. Γιατί ο βλάκας στον άλλο μισό με πήρε ο ύπνος, γιατί με είχε ζαλίσει ο ήλιος. Ξύπνησα και είδα πως είχα ακουμπήσει το κεφάλι μου στα πόδια της μαμάς. Μου χαμογέλασαν και δεν κάνανε μούτρα.
Άλλη φορά όταν μουτρώνουν, θα τους λέω να πάρουμε το τραμ.
Αν δεν έχετε πάει, σας λέω να πείτε στους μπαμπάδες σας να δώσουν πίσω τις πινακίδες. Είναι τόσο ωραίο να ταξιδεύεις με το τραμ και να βλέπεις καθώς πάει αργά αργά –να δεις πώς το είπε η κυρία μας- το πέλαγος.
Σας φιλώ,
Ο φίλος σας Νίκος
Για την αντιγραφή,

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Η εκπομπή ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ αφιερωμένη στην συγγραφέα Μάρω Δούκα (Δευτέρα 27/5/13, ΕΤ1, 21:00)

Πορτραίτο της συγγραφέως που επιμελώς παρατηρεί τους ανθρώπους γύρω της. Που έλκεται από αυτούς και απομακρύνεται σε μια διαρκή ταλάντωση. Από την πρώτη εμφάνισή της στα νεοελληνικά γράμματα, το 1974 με την «Πηγάδα», μέχρι τα πιο πρόσφατα, το μυθιστόρημα το «Δίκιο είναι ζόρικο πολύ» και τα πεζογραφήματα «Γιατί εμένα η ψυχή μου», εκφράζει σαφώς την επιλογή της να παρακολουθεί την κίνηση της πραγματικότητας, καταγράφοντας τις εκτροπές και τις παραμορφώσεις της, προσωπικές και κοινωνικές, έτσι όπως ορίζουν την ιδιαιτερότητα των ανθρώπων.
Η Μάρω Δούκα προσκαλείται να συμμετάσχει σε μια άλλη «αφήγηση», μια αφήγηση με πολλές εικόνες και πολλή αφαίρεση, όχι πια σαν δημιουργός αλλά σαν ηρωίδα μιας ταινίας πενήντα λεπτών. Το πλοίο για τα Χανιά μας ξαναγυρίζει στην παιδική της ηλικία, «Εκεί έγιναν όλα» ομολογεί. Μαζί της ταξιδεύουμε στην πόλη που κάποτε την απομάκρυνε και κατόπιν την κάλεσε κοντά της, μαζί της μετράμε το χρόνο που έφυγε, μαζί της συναντάμε τους ήρωές της, αληθινούς και επινοημένους.
Δύο-τρεις είναι οι σταθερές γύρω από τις οποίες χτίστηκε το έργο της Μάρως Δούκα, ένα έργο που αποτελείται από οχτώ μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων, δυο νουβέλες,
κάποια δοκίμια. Οι σταθερές αυτές είναι η Πολιτική, η Ιστορία, ο Έρωτας πάλι και ξανά. Και πάνω απ΄ όλους, πάνω απ΄ όλα η Γλώσσα. «Στη γλώσσα μας κατοικούμε» καταλήγει καθώς προσπαθεί να μας μυήσει στις τεχνικές της πεζογραφικής της μηχανικής.
Τα γυρίσματα έγιναν στους δρόμους της Αθήνας και στα δρομάκια των Χανίων. 

Σενάριο-Σκηνοθεσία: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΑΚΟΥ 
Διεύθυνση Φωτογραφίας: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΓΥΡΟΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ 
Μοντάζ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΤΑΤΑΚΗΣ 
Πρωτότυπη Μουσική: ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΑΣΠΑΡΑΤΟΣ 
Παραγωγή: CINETIC 


πηγή: http://tvradio.ert.gr/details.asp?pid=3411610&chid=8