Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΝΩΜΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΝΩΜΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Τακτοποιώντας τη βιβλιοθήκη μου, της Κατερίνας Σχινά

Τις προάλλες μια φίλη μου έκανε τη βαρυσήμαντη ανακοίνωση: «Θα χαρίσω τους κλασικούς μου! Αγόρασα i-pad». Είχε κατεβάσει όλον τον Ντοστογιέφσκι, τον Προυστ, τον Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ, τον Τζόυς και τη Βιρτζίνια Γουλφ. «Τέρμα η σκόνη και τα ακάρια», δήλωσε ενθουσιασμένη. «Τέρμα τα βάρη. Μονάχα τα εξακόσια γραμμάρια της ταμπλέτας». Έριξα μια ματιά στην εικονική βιβλιοθήκη της. Ήταν όλοι εκεί, εύτακτοι, πειθήνιοι, οργανωμένοι και κυρίως ανέπαφοι από το κιτρίνισμα του χρόνου, τους λεκέδες του καφέ, τις ανυπόμονες μολυβιές στα περιθώρια.
Παραμένω, ωστόσο, αμφίθυμη. Εξακολουθώ μάλλον να προτιμώ τις παραδοσιακές, σκονισμένες, επιτοίχιες βιβλιοθήκες. Ακραία υποκειμενικές, είναι η επιτομή των αναγνωστικών μας παθών, των βιβλιοφιλικών μας εμμονών, των λογοτεχνικών μας ερώτων. Αν, φυσικά, επενδύουμε έρωτες στα ράφια μας και δεν αρκούμαστε να τα επιδεικνύουμε σαν διακοσμητικά στοιχεία των σαλονιών μας, σειρές «ωραίων δεσιμάτων και ηχηρών τίτλων» που τόσο εξόργιζαν, ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ. τον Σενέκα.
Θέλησα να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη μου προχθές, να υποτάξω σε μια σκιώδη οργάνωση το απείθαρχο πλήθος των τόμων που όλο και μεγαλώνει, καταπίνοντας τον έναν ελεύθερο χώρο μετά τον άλλον. Πάλεψα για ώρες με τη φυσική συνθήκη των βιβλίων, που δεν είναι παρά η ακαταστασία. Ταξινομούσα μέχρι που σουρούπωσε, αν κι ήξερα, από την αρχή, ότι ο κόπος μου ήταν μάταιος. Υπήρχαν τόμοι που αρνούνταν να οργανωθούν, που αντιστρατεύονταν τη σύμβαση της κατάταξης. Και, καθώς τεντωνόμουν για να φτάσω τα ψηλότερα ράφια της βιβλιοθήκης, αναρωτιόμουν μήπως ο πλοίαρχος Νέμο ήξερε καλύτερα: οι δώδεκα χιλιάδες τόμοι του, αραδιασμένοι χωρίς καμιά διάκριση στα «ψηλά έπιπλα από μαύρο παλίσανδρο, στολισμένο με χαλκό» της ειδικής αίθουσας του Ναυτίλου, επισφράγιζαν μιαν αλήθεια που ο Ιούλιος Βερν φαίνεται να κατείχε: ότι ζωντανή βιβλιοθήκη είναι εκείνη που διαβάζεται και όχι εκείνη που επιδεικνύεται. Διαβάζω ανιδιοτελώς, σημαίνει διαβάζω για την απόλαυση· και απόλαυση σημαίνει βουτιά στο τυχαίο.
Αλλά τι θα ήταν μια βιβλιοθήκη χωρίς τη μανία της ταξινόμησης; Ο Ζωρζ Περέκ δεν θα ήθελε ούτε να το σκέφτεται. Δαμάζοντας τους τίτλους, θαρρεί κανείς πως δαμάζει την ίδια τη γνώση. Κατατάσσοντας, φαντάζεται πως ανακεφαλαιώνει, οργανώνοντας πως συνοψίζει. Χαϊδεύοντας τις ράχες των βιβλίων που διάβασε και όσων υπόσχεται πως κάποτε θ’ ανοίξει κι όμως συνέχεια αναβάλλει, πείθεται πως ο Μίλτον δεν υπερέβαλε: τα βιβλία είναι ζωντανά. Κι ακούει μέσα του το λαχανιασμένο μουρμουρητό του Κην, του αρχετυπικού βιβλιομανούς επιστήμονα που γέννησε η φαντασία του Ελίας Κανέτι: «Σύμφωνοι, τα βιβλία είναι άψυχα, δεν έχουν αισθήματα. Αλλά ποιος έχει αποδείξει ατράνταχτα την αναισθησία του ανόργανου;»
Ίσως, αύριο, η βιβλιοθήκη που τακτοποίησα προχθές με τόσο ζήλο, να είναι άχρηστη. Ίσως τα παιδιά μου να διαβάζουν – αν διαβάζουν – ηλεκτρονικά. Ίσως να ξεθωριάσουν οι σελίδες, να χαθούν οι λέξεις, και οι τόμοι που με τόση αγάπη συγκέντρωσα να καταντήσουν tabulae rasae. Αλλά, καθώς αγγίζω τα βιβλία μου, παρηγοριέμαι. Για την ώρα βρίσκονται ακόμα εδώ, πρόθυμα, χρήσιμα. Και θυμάμαι τον Μπόρχες: «Φυλάω τα βιβλία/ που ίσως είναι τα τελευταία/ Εδώ είναι στα ράφια τα ψηλά/ την ίδια ώρα μακρινά και κοντινά/ κρυφά και φανερά, όπως τα άστρα».

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Το διαζύγιο ποιητών - κοινού, του Κώστα Κουτσουρέλη*

Σίγουρα ευθύνονται η αμορφωσιά των πολλών, ο τρόπος ζωής, αλλά και η παρακμή του στίχου

Οσοι καταπιάνονται στον καιρό μας με στίχους και ποιήματα, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, από στόματος ομοτέχνων και κριτικών, μέσα στα στέκια κι απ’ τα έντυπά τους ακούν να κουδουνίζει στ’ αφτιά τους ο ίδιος πάντα σκοπός: Δεν μας διαβάζουν, η ποίηση δεν μετράει, οι αναγνώστες μάς αγνοούν!
Εμπλαστρο πρόχειρο για τον σφάχτη, το γενικό μοιρολόι το ακολουθεί με ακρίβεια μαθηματική η μεμψιμοιρία, το blame game, η επίρριψη ευθυνών – πάντα στους άλλους, εξυπακούεται. Το κοινό είναι αμόρφωτο, οι εκδότες παραδόπιστοι, το παιχνίδι στα μίντια στημένο! Α, το επίπεδο, η κατάντια της εποχής…
Εσχατη στη σειρά έρχεται –τι άλλο;– η πληγωμένη υπερηφάνεια. Ακόμα μια «υπεράσπιση της ποίησης» λοιπόν από τους μοχθηρούς της πολεμίους· ακόμα μια ομολογία πίστεως σε πείσμα των μικρόψυχων καιρών. «Η ποίηση αφορά την απέραντη μειοψηφία», «η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε», «η ποίηση δεν έχει λεφτά, αλλά ούτε τα λεφτά έχουν ποίηση» κ.τ.λ., κ.τ.λ. – όλα αυτά τα γνωστά, και θαυμαστά, και απελπισμένα…
Πότε πήραν στ’ αλήθεια διαζύγιο από την πραγματικότητα οι ποιητές; Πότε οι αναγνώστες πήραν διαζύγιο απ’ την ποίηση; Και υπαιτιότητι τίνος εκδόθηκε το διαζύγιο αυτό;
Σε τρία στάδια νομίζω κρίθηκε η υπόθεση. Τον πρώτο κλονισμό τον έφερε ο ρομαντισμός. Τότε που ποιητές σπουδαίοι, ολότελα τρομοκρατημένοι όμως από την επέλαση του Λόγου και του Διαφωτισμού, βάλθηκαν να αποδώσουν στην τέχνη τους την περιωπή θρησκείας, διεκδίκησαν για πάρτη τους ρόλο κοσμικού ιερέως, μεταφυσικού ταγού. «Τελούμε σε ιεραποστολή», έλεγε με κάθε σοβαρότητα ο Νοβάλις, «να δώσουμε μορφή στον κόσμο». «Ο ποιητής είναι ο κρυφός νομοθέτης της ανθρωπότητας», σιγοντάριζε ο Σέλλεϋ. Και οι μεν ρομαντικοί έγραφαν ακόμη για τους πολλούς, αυτούς ήλπιζαν και επεδίωκαν να μυήσουν. Η ρητορική τους όμως άφησε πίσω της μια μόνιμη σκιά, έναν λεκέ ανεξίτηλο. Ο ποιητής ως καβαλημένο καλάμι: η εικόνα αυτή, η τόσο διαδεδομένη αλίμονο, κρατάει απ’ αυτούς.
Ο κλονισμός έγινε χωρισμός από τραπέζης και κοίτης στα χρόνια του συμβολισμού. Τότε που ο ποιητής για να εκφράσει την αγανάκτησή του για τα ήθη και τα θέσμια της αστικής εποχής, τα έβαλε με τους αναγνώστες του – που ήταν βεβαίως αστοί! «Βάρβαρο όχλο» αποκαλούσε το κοινό ο Γκεόργκε, και ο Μαλλαρμέ τού υποδείκνυε ευγενώς τη θέση του: στο περιθώριο. Η ποίηση αφορά τους επαΐοντες! Εκτοτε η καταγγελία του δύσμοιρου αναγνώστη έγινε περίπου θεσμός. Στις μέρες μας και οι ποετάστροι της γειτονιάς και οι τελευταίοι χομπίστες το έχουν για χρέος τους ιερό σε πρώτη ευκαιρία να του τα ψάλλουν. Μόνο που στο μεταξύ κι εκείνος απέκτησε ανοσία κι έπαψε πια να νοιάζεται – όχι μόνο τι του σέρνουν όλοι αυτοί αλλά και για την ύπαρξή τους την ίδια.
Το πράγμα έφτασε στο αμήν με τον μοντερνισμό. Απ’ τη μεγαλειώδη κληρονομιά των προγόνων τους οι νεωτερικοί κράτησαν ό,τι το πιο φυγόκοσμο και ανθρωποδιωκτικό – και το επιδείνωσαν ώς εκεί που δεν παίρνει. Η απαξίωση των δοκιμασμένων και δημοφιλών τρόπων του παρελθόντος αναγορεύτηκε επαναστατικό καθήκον. «Make it new!» κραύγαζε, ένας κι αυτός μες στους πολλούς, ο Πάουντ. Μην επαναλαμβάνεσαι, παραδώσου σε κάθε ακρότητα, γίνε στριφνός και σκοτεινός και ακατάδεκτος. Εκτροχιάσου όσο θες, σημασία έχει όχι τι λες αλλά να μη μοιάζεις σε κανέναν! Και μη διανοηθείς στιγμή να ξαναπιάσεις το τραγούδι εκείνο που έτυχε κι άρεσε και σου ’φερε φίλους και καλούς θαυμαστές…
Για ένα διάστημα το πράγμα είχε ενδιαφέρον, γέννησε έργα ερμητικά πλην αξιόλογα. Γρήγορα όμως εκφυλίστηκε, την εντυπωσιοθηρία διαδέχτηκε η αποχαλίνωση, ελλείψει μορφικών κριτηρίων ο κάθε ντιλεττάντης είχε πια το ελεύθερο να δηλώνει ποιητής. Οσο για τον κοινό αναγνώστη, καταπονημένος όπως ήταν απ’ όλους αυτούς τους -ισμούς και τις καινοτομίες τους, κατασυκοφαντημένος ως βλαξ και οπισθοδρομικός, κάποια στιγμή κατέθεσε τα όπλα. Σκέφτηκε δηλαδή τον εαυτό του, τις δικές του ανάγκες, γύρισε την πλάτη του στην ποίηση και την παράτησε να βοά μες στην έρημο που η ίδια έστησε για τον εαυτό της.
Μοιάζει με σκάνδαλο αλλά η μαύρη αλήθεια είναι αυτή: για το διαζύγιο των ποιητών από τον κόσμο δεν φταίει το κοινό· δεν φταίει η αναπόδραστη υποτίθεται παρακμή του στίχου· δεν φταίει καν αυτός ο αχρείος καπιταλισμός και η αμορφωσιά των πολλών. Κύριοι υπαίτιοι είναι οι ίδιοι οι ποιητές! Σε μια πορεία μοιραία που κρατάει κοντά δύο αιώνες, πήραν μια τέχνη τερπνή και την έκαναν ανιαρό σταυρόλεξο. Παρέλαβαν μια γλώσσα οικουμενική και έφτιαξαν απ’ αυτήν ένα ακαταλαβίστικο ζαργκόν. Είχαν μια θέση περίοπτη, στο επίκεντρο του δημόσιου βίου, και τη θυσίασαν για την πόζα και την κλάψα του περιθωρίου.
Το φαινόμενο μιας τέχνης που αυτοκτονεί επειδή οι εκπρόσωποί της στρέφουν την πλάτη στο ακροατήριό τους για να πάρουν στο κατόπι το αυτιστικό όραμά τους δεν είναι βέβαια μοναδικό. Ας αναλογιστούμε τις τύχες της λεγόμενης σοβαρής μουσικής μετά τον Σαίνμπεργκ και τη Νέα Σχολή της Βιέννης. Πόσοι από τα εκατομμύρια που λατρεύουν σήμερα τον Μπαχ και τον Μότσαρτ θ’ άντεχαν, για ένα κουτσό μισάωρο έστω, τη συντροφιά του Στοκχάουζεν και του Καίητζ; Κι ανάποδα, ποιος θα τολμούσε καν να πιάσει στα χέρια του ξανά μυθιστόρημα, αν οι τωρινοί εκπρόσωποι του είδους στοιχίζονταν άπαντες πίσω απ’ τον ώμο του Τζόυς και του Προυστ; Ασφαλώς, και η αθέτηση των κανόνων και το πείραμα και η πρόκληση ακόμα είναι πράγματα ζωτικά και αναγκαία. Ως εξαίρεση όμως, στα χέρια των λίγων. Οπου γίνονται τυφλοσούρτης και καταναγκασμός και επίσημο διάταγμα, η έκβαση είναι πάντα η ίδια: το τέλμα.
Είναι αντιστρέψιμη άραγε αυτή η άθλια κατάσταση; Μπορεί ο διαζευχθείς να ξαναγίνει δεκτός στη συζυγική κλίνη, ο γάμος ν’ αναγεννηθεί; Η ιστορία μάς λέει πως «ναι». Φτάνει πρώτα να το θέλει και ο ίδιος ωστόσο! Φτάνει ν’ αποκτήσει επίγνωση του προβλήματος και δίπλα στο δικό του παραφουσκωμένο εγώ να θελήσει επιτέλους να εκφράσει και το εγώ του διπλανού του, και του παραδιπλανού, και το εγώ της ομάδας στην οποία ανήκει, και το ευρύ συλλογικό εγώ. Μια γλώσσα οικεία και πάλι, μορφές και θέματα ελκυστικά, ένα ύφος και μια τεχνοτροπία προσιτή στον αμύητο και η εμπιστοσύνη, θεωρητικά τουλάχιστον, είν’ όντως δυνατόν ν’ αποκατασταθεί.
Στην πράξη βέβαια αυτό το εγχείρημα, αν υποθέσουμε ότι κάποιοι τελικά το αναλάβουν, δεν θα ‘ναι διόλου απλό. Το νήμα που κόπηκε, ίσως πάρει γενιές ωσότου ξαναενωθεί. Και θ’ απαιτήσει από τους ποιητές μια συγκλονιστική αυθυπέρβαση. Θα χρειαστεί ν’ αφήσουν κατά μέρος τ’ αγαπημένα τους άλλοθι, να αφιππεύσουν του επηρμένου τους Πηγάσου, να εγκαταλείψουν τις σοφιστείες και τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κλισέ που τους θέλουν τάχα καταραμένους, περιττούς, αποσυνάγωγους. Θα χρειαστεί να κοιταχθούν στον καθρέφτη κατάματα και ν’ αναρωτηθούν, αυτή τη φορά με ειλικρίνεια: το είδωλο που βλέπουν εκεί τους αρκεί; Αν η απάντηση είναι αρνητική, υπάρχει ελπίδα.

* Ο κ. Κώστας Κουτσουρέλης είναι ποιητής. Τελευταίο βιβλίο του: «Αέρας αύγουστος», Περισπωμένη 2012

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Η κλασική λογοτεχνία και ποίηση κάνουν καλό στον εγκέφαλο


Η ανάγνωση κλασικών έργων λογοτεχνίας και ποιοτικής ποίησης λειτουργεί πιο θεραπευτικά για το νου από ό,τι τα βιβλία αυτο-βοήθειας…
Οι ερευνητές του πανεπιστημίου του Λίβερπουλ παρακολούθησαν την εγκεφαλική δραστηριότητα σε εθελοντές που διάβαζαν έργα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ποιήματα του Τ.Σ. Έλιοτ κι άλλων γνωστών κλασικών λογοτεχνών.
Οι επιστήμονες, σύμφωνα με τη βρετανική «Telegraph» διαπίστωσαν ότι όσο πιο απαιτητικά ήταν τα αναγνώσματα, τόσο πιο έντονη ήταν η ηλεκτρική δραστηριότητα στον εγκέφαλο, βοηθώντας έτσι στην αναζωογόνησή του, στην τόνωση της προσοχής των αναγνωστών και στην καλλιέργεια της ικανότητας στοχασμού (μιας μάλλον ξεχασμένης ιδιότητας στη γρήγορη ηλεκτρονική εποχή μας).
Όσο πιο ασυνήθιστες λέξεις, πιο αναπάντεχες φράσεις, προτάσεις με δύσκολη σύνταξη και με βαθιά νοήματα συναντούσαν οι εθελοντές αναγνώστες, τόσο περισσότερο «άναβαν» συγκεκριμένα κέντρα του εγκεφάλου τους, ο οποίος φαινόταν να «ανεβάζει ταχύτητα» για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του βιβλίου.
Ιδίως η ανάγνωση έργων ποίησης, σύμφωνα με τους ερευνητές, τονώνει σημαντικά τη δραστηριότητα στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου, το οποίο, μεταξύ άλλων, σχετίζεται με την λεγόμενη «αυτοβιογραφική μνήμη» βοηθώντας έτσι τον αναγνώστη να κάνει αναδρομές στο παρελθόν και να στοχαστεί ξανά για τις δικές του εμπειρίες υπό το φως των όσων διαβάζει.
«Η έρευνα δείχνει τη δύναμη της λογοτεχνίας να μεταβάλει τις νοητικές διαδρομές, να δημιουργεί νέες σκέψεις και διασυνδέσεις τόσο στους νέους, όσο και στους ηλικιωμένους» όπως είπε ο καθηγητής Φίλιπ Ντέιβις.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν τον εγκέφαλο 30 εθελοντών που σε πρώτη φάση διάβασαν το πρωτότυπο κείμενο διαφόρων έργων του Σαίξπηρ (Βασιλιάς Ληρ, Οθέλλος, Μάκβεθ, Κοριολανός), ενώ σε δεύτερο στάδιο διάβασαν τα ίδια έργα, αλλά σε απλούστερη γλωσσική μορφή. Το πείραμα έδειξε μία σαφή διαφορά στην εγκεφαλική δραστηριότητα ανάμεσα στις δύο φάσεις, καθώς η ανάγνωση του πρωτότυπου Σαίξπηρ τόνωσε σημαντικά την ηλεκτρική δραστηριοποίηση συγκεκριμένων εγκεφαλικών κέντρων,
προκειμένου να αντεπεξέλθουν στην κατανόηση του κειμένου, με το οποίο -αντίθετα με το κείμενο στην καθομιλουμένη γλώσσα- δεν ήσαν εξοικειωμένοι οι αναγνώστες-εθελοντές.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτή η δυσκολία είναι που εξασκεί την προσοχή και τη συγκέντρωση του νου και, τελικά, την ικανότητα στοχασμού και αυτοπαρατήρησης.
Οι Βρετανοί ερευνητές σχεδιάζουν, μεταξύ άλλων, σε συνεργασία με συναδέλφους τους από το University College του Λονδίνου, μια νέα μελέτη για τις επιπτώσεις της ανάγνωσης λογοτεχνικών βιβλίων σε ασθενείς με άνοια.

Από τον ηλεκτρονικό τύπο