Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Το διαζύγιο ποιητών - κοινού, του Κώστα Κουτσουρέλη*

Σίγουρα ευθύνονται η αμορφωσιά των πολλών, ο τρόπος ζωής, αλλά και η παρακμή του στίχου

Οσοι καταπιάνονται στον καιρό μας με στίχους και ποιήματα, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, από στόματος ομοτέχνων και κριτικών, μέσα στα στέκια κι απ’ τα έντυπά τους ακούν να κουδουνίζει στ’ αφτιά τους ο ίδιος πάντα σκοπός: Δεν μας διαβάζουν, η ποίηση δεν μετράει, οι αναγνώστες μάς αγνοούν!
Εμπλαστρο πρόχειρο για τον σφάχτη, το γενικό μοιρολόι το ακολουθεί με ακρίβεια μαθηματική η μεμψιμοιρία, το blame game, η επίρριψη ευθυνών – πάντα στους άλλους, εξυπακούεται. Το κοινό είναι αμόρφωτο, οι εκδότες παραδόπιστοι, το παιχνίδι στα μίντια στημένο! Α, το επίπεδο, η κατάντια της εποχής…
Εσχατη στη σειρά έρχεται –τι άλλο;– η πληγωμένη υπερηφάνεια. Ακόμα μια «υπεράσπιση της ποίησης» λοιπόν από τους μοχθηρούς της πολεμίους· ακόμα μια ομολογία πίστεως σε πείσμα των μικρόψυχων καιρών. «Η ποίηση αφορά την απέραντη μειοψηφία», «η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε», «η ποίηση δεν έχει λεφτά, αλλά ούτε τα λεφτά έχουν ποίηση» κ.τ.λ., κ.τ.λ. – όλα αυτά τα γνωστά, και θαυμαστά, και απελπισμένα…
Πότε πήραν στ’ αλήθεια διαζύγιο από την πραγματικότητα οι ποιητές; Πότε οι αναγνώστες πήραν διαζύγιο απ’ την ποίηση; Και υπαιτιότητι τίνος εκδόθηκε το διαζύγιο αυτό;
Σε τρία στάδια νομίζω κρίθηκε η υπόθεση. Τον πρώτο κλονισμό τον έφερε ο ρομαντισμός. Τότε που ποιητές σπουδαίοι, ολότελα τρομοκρατημένοι όμως από την επέλαση του Λόγου και του Διαφωτισμού, βάλθηκαν να αποδώσουν στην τέχνη τους την περιωπή θρησκείας, διεκδίκησαν για πάρτη τους ρόλο κοσμικού ιερέως, μεταφυσικού ταγού. «Τελούμε σε ιεραποστολή», έλεγε με κάθε σοβαρότητα ο Νοβάλις, «να δώσουμε μορφή στον κόσμο». «Ο ποιητής είναι ο κρυφός νομοθέτης της ανθρωπότητας», σιγοντάριζε ο Σέλλεϋ. Και οι μεν ρομαντικοί έγραφαν ακόμη για τους πολλούς, αυτούς ήλπιζαν και επεδίωκαν να μυήσουν. Η ρητορική τους όμως άφησε πίσω της μια μόνιμη σκιά, έναν λεκέ ανεξίτηλο. Ο ποιητής ως καβαλημένο καλάμι: η εικόνα αυτή, η τόσο διαδεδομένη αλίμονο, κρατάει απ’ αυτούς.
Ο κλονισμός έγινε χωρισμός από τραπέζης και κοίτης στα χρόνια του συμβολισμού. Τότε που ο ποιητής για να εκφράσει την αγανάκτησή του για τα ήθη και τα θέσμια της αστικής εποχής, τα έβαλε με τους αναγνώστες του – που ήταν βεβαίως αστοί! «Βάρβαρο όχλο» αποκαλούσε το κοινό ο Γκεόργκε, και ο Μαλλαρμέ τού υποδείκνυε ευγενώς τη θέση του: στο περιθώριο. Η ποίηση αφορά τους επαΐοντες! Εκτοτε η καταγγελία του δύσμοιρου αναγνώστη έγινε περίπου θεσμός. Στις μέρες μας και οι ποετάστροι της γειτονιάς και οι τελευταίοι χομπίστες το έχουν για χρέος τους ιερό σε πρώτη ευκαιρία να του τα ψάλλουν. Μόνο που στο μεταξύ κι εκείνος απέκτησε ανοσία κι έπαψε πια να νοιάζεται – όχι μόνο τι του σέρνουν όλοι αυτοί αλλά και για την ύπαρξή τους την ίδια.
Το πράγμα έφτασε στο αμήν με τον μοντερνισμό. Απ’ τη μεγαλειώδη κληρονομιά των προγόνων τους οι νεωτερικοί κράτησαν ό,τι το πιο φυγόκοσμο και ανθρωποδιωκτικό – και το επιδείνωσαν ώς εκεί που δεν παίρνει. Η απαξίωση των δοκιμασμένων και δημοφιλών τρόπων του παρελθόντος αναγορεύτηκε επαναστατικό καθήκον. «Make it new!» κραύγαζε, ένας κι αυτός μες στους πολλούς, ο Πάουντ. Μην επαναλαμβάνεσαι, παραδώσου σε κάθε ακρότητα, γίνε στριφνός και σκοτεινός και ακατάδεκτος. Εκτροχιάσου όσο θες, σημασία έχει όχι τι λες αλλά να μη μοιάζεις σε κανέναν! Και μη διανοηθείς στιγμή να ξαναπιάσεις το τραγούδι εκείνο που έτυχε κι άρεσε και σου ’φερε φίλους και καλούς θαυμαστές…
Για ένα διάστημα το πράγμα είχε ενδιαφέρον, γέννησε έργα ερμητικά πλην αξιόλογα. Γρήγορα όμως εκφυλίστηκε, την εντυπωσιοθηρία διαδέχτηκε η αποχαλίνωση, ελλείψει μορφικών κριτηρίων ο κάθε ντιλεττάντης είχε πια το ελεύθερο να δηλώνει ποιητής. Οσο για τον κοινό αναγνώστη, καταπονημένος όπως ήταν απ’ όλους αυτούς τους -ισμούς και τις καινοτομίες τους, κατασυκοφαντημένος ως βλαξ και οπισθοδρομικός, κάποια στιγμή κατέθεσε τα όπλα. Σκέφτηκε δηλαδή τον εαυτό του, τις δικές του ανάγκες, γύρισε την πλάτη του στην ποίηση και την παράτησε να βοά μες στην έρημο που η ίδια έστησε για τον εαυτό της.
Μοιάζει με σκάνδαλο αλλά η μαύρη αλήθεια είναι αυτή: για το διαζύγιο των ποιητών από τον κόσμο δεν φταίει το κοινό· δεν φταίει η αναπόδραστη υποτίθεται παρακμή του στίχου· δεν φταίει καν αυτός ο αχρείος καπιταλισμός και η αμορφωσιά των πολλών. Κύριοι υπαίτιοι είναι οι ίδιοι οι ποιητές! Σε μια πορεία μοιραία που κρατάει κοντά δύο αιώνες, πήραν μια τέχνη τερπνή και την έκαναν ανιαρό σταυρόλεξο. Παρέλαβαν μια γλώσσα οικουμενική και έφτιαξαν απ’ αυτήν ένα ακαταλαβίστικο ζαργκόν. Είχαν μια θέση περίοπτη, στο επίκεντρο του δημόσιου βίου, και τη θυσίασαν για την πόζα και την κλάψα του περιθωρίου.
Το φαινόμενο μιας τέχνης που αυτοκτονεί επειδή οι εκπρόσωποί της στρέφουν την πλάτη στο ακροατήριό τους για να πάρουν στο κατόπι το αυτιστικό όραμά τους δεν είναι βέβαια μοναδικό. Ας αναλογιστούμε τις τύχες της λεγόμενης σοβαρής μουσικής μετά τον Σαίνμπεργκ και τη Νέα Σχολή της Βιέννης. Πόσοι από τα εκατομμύρια που λατρεύουν σήμερα τον Μπαχ και τον Μότσαρτ θ’ άντεχαν, για ένα κουτσό μισάωρο έστω, τη συντροφιά του Στοκχάουζεν και του Καίητζ; Κι ανάποδα, ποιος θα τολμούσε καν να πιάσει στα χέρια του ξανά μυθιστόρημα, αν οι τωρινοί εκπρόσωποι του είδους στοιχίζονταν άπαντες πίσω απ’ τον ώμο του Τζόυς και του Προυστ; Ασφαλώς, και η αθέτηση των κανόνων και το πείραμα και η πρόκληση ακόμα είναι πράγματα ζωτικά και αναγκαία. Ως εξαίρεση όμως, στα χέρια των λίγων. Οπου γίνονται τυφλοσούρτης και καταναγκασμός και επίσημο διάταγμα, η έκβαση είναι πάντα η ίδια: το τέλμα.
Είναι αντιστρέψιμη άραγε αυτή η άθλια κατάσταση; Μπορεί ο διαζευχθείς να ξαναγίνει δεκτός στη συζυγική κλίνη, ο γάμος ν’ αναγεννηθεί; Η ιστορία μάς λέει πως «ναι». Φτάνει πρώτα να το θέλει και ο ίδιος ωστόσο! Φτάνει ν’ αποκτήσει επίγνωση του προβλήματος και δίπλα στο δικό του παραφουσκωμένο εγώ να θελήσει επιτέλους να εκφράσει και το εγώ του διπλανού του, και του παραδιπλανού, και το εγώ της ομάδας στην οποία ανήκει, και το ευρύ συλλογικό εγώ. Μια γλώσσα οικεία και πάλι, μορφές και θέματα ελκυστικά, ένα ύφος και μια τεχνοτροπία προσιτή στον αμύητο και η εμπιστοσύνη, θεωρητικά τουλάχιστον, είν’ όντως δυνατόν ν’ αποκατασταθεί.
Στην πράξη βέβαια αυτό το εγχείρημα, αν υποθέσουμε ότι κάποιοι τελικά το αναλάβουν, δεν θα ‘ναι διόλου απλό. Το νήμα που κόπηκε, ίσως πάρει γενιές ωσότου ξαναενωθεί. Και θ’ απαιτήσει από τους ποιητές μια συγκλονιστική αυθυπέρβαση. Θα χρειαστεί ν’ αφήσουν κατά μέρος τ’ αγαπημένα τους άλλοθι, να αφιππεύσουν του επηρμένου τους Πηγάσου, να εγκαταλείψουν τις σοφιστείες και τις δικαιολογίες, όλα αυτά τα κλισέ που τους θέλουν τάχα καταραμένους, περιττούς, αποσυνάγωγους. Θα χρειαστεί να κοιταχθούν στον καθρέφτη κατάματα και ν’ αναρωτηθούν, αυτή τη φορά με ειλικρίνεια: το είδωλο που βλέπουν εκεί τους αρκεί; Αν η απάντηση είναι αρνητική, υπάρχει ελπίδα.

* Ο κ. Κώστας Κουτσουρέλης είναι ποιητής. Τελευταίο βιβλίο του: «Αέρας αύγουστος», Περισπωμένη 2012

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Οδ. Ελύτης, Ὁ μικρὸς Ναυτίλος

Ὅτι μπόρεσα ν᾿ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ᾿ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.
Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια. Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή» ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια. Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος· ἡ Εὐτυχία Μοναχὴ καὶ ἡ Μοναχὴ Εὐτυχία.
μὲ λευκές, μακριὲς πτυχὲς πάνω ἀπὸ τὸ κενὸ ἕνα κενὸ γεμάτο σταγόνες πουλιῶν, αὖρες βασιλικοῦ καὶ συριγμοὺς ὑπόκωφου Παραδείσου.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης: Να γιατί γράφω...



Να γιατί γράφω. Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το φυσικό που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον που είναι ο Θεός. Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει στους δρόμους και "φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου". Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει- να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση. 
(από τα Ανοιχτά Xαρτιά)

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Οδ. Ελύτης (από το λόγο του στην Ακαδημία της Στοκχόλμης)



Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση, και δη στους καιρούς της ανέχειας, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας.
  
Εικόνα: Οδ. Ελύτης, έργο μαθήτριας Δάφνης Μαλέα

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Η ποίηση ως κάτι που προκύπτει, του Ντίνου Σιώτη


Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Μαργαρίτας Πουρνάρα (16 Σεπτεμβρίου 2012) από αυτές εδώ τις σελίδες, η κρίση έχει στρέψει τα φώτα του κόσμου στην Ελλάδα καθιστώντας την μια «εξωτική» χώρα και τους καλλιτέχνες της «εξωτικά» όντα. Είναι μια αρνητική συγκυρία, αλλά και μια ευκαιρία που, με αφορμή την κρίση, κάνει τους ξένους να θέλουν να ερμηνεύσουν τις ποικίλες ψηφίδες της ελληνικής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Η Ελλάδα, σημείο αναφοράς της παγκόσμιας κρίσης, «παίζει» πολύ και στον κόσμο των social media. Η κρίση έκανε την Ελλάδα της μόδας. Ο κόσμος στο εξωτερικό «βλέπει» και «ακούει» πολλή Ελλάδα. Ο κόσμος της διανόησης, οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς, οι επιστήμονες εκεί έξω συμπάσχουν με τον Έλληνα συνάδελφό τους, ανησυχούν, τείνουν χείρα συμπαράστασης.
Πολλοί Έλληνες ποιητές βρίσκουν το θάρρος να μιλήσουν για την κρίση και για όσα συμβαίνουν γύρω τους, για την αλήθεια που ζουν. Οι ποιητές δεν βλέπουν την κρίση όπως τη βλέπουν οι οικονομολόγοι, οι πολιτικοί αναλυτές και τα ξένα πρακτορεία ειδήσεων, που με παραμορφωτικούς φακούς αλλοιώνουν τα γεγονότα, μεγεθύνοντας τη δυστυχία, τη βία, τον φόβο, την απελπισία, τη φτώχεια, εξαλείφοντας ό,τι καλό υπήρξε ή υπάρχει σε αυτή τη χώρα. Γιατί η ποίηση δεν είναι είδηση, δεν είναι ανταπόκριση, δεν είναι ρεπορτάζ, δεν είναι τσιτάτο, αλλά η αυτόφωρη και αυτόφωτη εμπνευσμένη αφήγηση τόσο του στιγμιαίου όσο και του αιώνιου. Η ποίηση προκύπτει ως ανάγκη. Οι Έλληνες ποιητές αντιδρούν στη δυσφήμηση της χώρας τους προτάσσοντας τον συλλογικό χρόνο στον ατομικό χρόνο, τη συλλογικότητα και την κοινωνιοκεντρική αντίληψη στην εγωκεντρική. Προτάσσουν έναν λόγο ποιητικό που έρχεται από τη μακραίωνη ελληνική παράδοση: οι ρίζες του Ομήρου έχουν πάει πολύ βαθιά σε όλη την παγκόσμια ποίηση, ενώ ο Καβάφης έχει καταστεί μέγιστος ποιητής διεθνούς εμβέλειας.

Μπορεί να αλλάξει η εικόνα μας μέσω ενός Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης;

Περισσότερο προφανής από ποτέ είναι σήμερα η ανάγκη διαχείρισης της κακής εικόνας της Ελλάδας διεθνώς. Μέσα από τις αναγνώσεις, τις απαγγελίες, τις εργασίες και τις ημερίδες του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών (Athens World Poetry Festival), που σχεδιάζoυν για τον Σεπτέμβριο του 2013 ο Κύκλος Ποιητών, ο Δήμος Αθηναίων, το Μέγαρο Μουσικής Aθηνών και το Μουσείο Μπενάκη, η χώρα μας θα προβάλει προς τα έξω τη δημιουργική, καλλιτεχνική, σύγχρονη εικόνα της και θα προκύψει, σε βάθος χρόνου, ένα νέο είδος φιλελληνισμού που, ενδεχομένως, θα αντιστρέψει τα αρνητικά πρότυπα. Ένα νέο είδος φιλελληνισμού που φέρνει στο προσκήνιο την ελληνικότητα όπως την αντιλήφθηκαν οι Μπάιρον, Γκαίτε, Χένρι Μίλερ και Λόρενς Ντάρελ, και όπως την αντιλαμβάνονται οι σύγχρονοί μας Γκίντερ Γκρας, Μάριο Βάργκας Γιόσα, Λέντο Ίβο και Αφόνσο Ρομάνο ντε Σαντ’Ανα: πηγή συναντίληψης των προβλημάτων του ανθρώπου και μεγαλόψυχη ροή ανθρωποκεντρισμού. Προτεραιότητα ο άνθρωπος και όχι οι αριθμοί. Προτεραιότητα ο απλός πολίτης και ό,τι τον συνιστά και όχι οι τράπεζες. Προτεραιότητα η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά και όχι οι αγορές. Προτεραιότητα ο αντίλογος στην τεχνοκρατική κηδεμονία που εθελοτυφλεί, τη στιγμή που ο πολιτισμός της χώρας μας από άλλα κατάγεται, περί άλλα τυρβάζεται, άλλα εκπέμπει, άλλα επαγγέλλεται και για άλλα προνοεί.

Πηγή: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_03/03/2013_512871