Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Τέσυ Μπάιλα: Οδυσσέας Ελύτης – Αλμπέρ Καμύ. Η μεταφυσική του φωτός στο έργο τους


Αν θέλουμε να ορίσουμε ως κεφαλαιώδη την αισθητική λειτουργία ενός έργου για να οδηγηθούμε συμπερασματικά στη λογοτεχνική του αξία θα πρέπει να εστιάσουμε στον τρόπο με τον οποίο ένας δημιουργός προσλαμβάνει, αξιολογεί και τελικά χρησιμοποιεί την έννοια του φωτός, σε όλες του τις εκφάνσεις, μέσα στο έργο του, καθώς, όπως λέει ο Ρενέ Σαρ: «Ποίηση και αλήθεια είναι συνώνυμες λέξεις» και η αλήθεια μόνο μέσα στη διαύγεια του φωτός αποκαλύπτεται.
Πρόκειται για ένα είδος μεταφυσικής επανάστασης, η οποία συντελέστηκε μέσα στο νεότερο έργο των δημιουργών. Από τις αναζητήσεις του Ματίς, τον μεταϊμπρεσσιονισμό του Σεζάν, τον κυβισμό του Πικάσο, η σύγχρονη τέχνη αναπτύχθηκε σημαντικά. Κοινός παρανομαστής σε όλες αυτές τις νεότερες αναζητήσεις αλλά και κοινός στόχος υπήρξε η διαφάνεια, μια έννοια από την οποία όλα τα μεταγενέστερα ρεύματα της τέχνης και ιδιαίτερα ο υπερρεαλισμός επιχείρησαν να ανασυνθέσουν και να αποδώσουν έναν νέο  κόσμο, ενεργοποιώντας ένα μηχανισμό έως τότε παραγνωρισμένο: την εσωτερική όραση. Με αυτό τον τρόπο η συνείδηση αποκτά ένα νέο ρόλο, αυτόν του ηθμού και το πνευματικό έργο γίνεται το πρισματικό κάτοπτρο της συνείδησης. 
Η αξία της διαύγειας ως προϋπόθεση της ηθικής επισημάνθηκε στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη από τους πρώτους κιόλας στίχους του που έδωσε στο έργο τουΠροσανατολισμοί.  Αλλά και στα μεταγενέστερα έργα του όπως  Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά ο Ελύτης κυριολεκτικά δομεί ένα ολόκληρο μεταφυσικό κόσμο που δεν ταυτίζεται πουθενά με τον αισθητό και ουσιαστικά γίνεται η ιδέα ενός προσωπικού του φιλοσοφικού συστήματος.
Γράφει ο Ελύτης: «Για όποιον η θάλασσα στον ήλιο είναι "τοπίο"  – η ζωή μοιάζει εύκολη κι ο θάνατος επίσης. Αλλά για τον άλλον είναι κάτοπτρο αθανασίας, είναι "διάρκεια". Μια διάρκεια που μόνον το ίδιο της το εκθαμβωτικό φως δε σ’ αφήνει να τη συλλάβεις». Και ακόμα: «Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα, οι μέτριοι από τα αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι».  
Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη
Έτσι λοιπόν ο Ελύτης σε ολόκληρο το έργο του από τουςΠροσανατολισμούς έως το Εκ του Πλησίον προσπαθεί να μετατρέψει τις ιδέες του σε φιλοσοφία πετυχαίνοντας τελικά αυτό που ο Heidegger είχε προσδιορίσει: «στην ποίηση του ποιητή και στη σκέψη του διανοητή οικονομείται ένας τέτοιος κοσμικός χώρος, όπου εντός του όλα τα πράγματα  –ένα δένδρο, ένα βουνό, ένα σπίτι, μια κραυγή πουλιού- χάνουν παντελώς τον αδιάφορο και συνηθισμένο χαρακτήρα τους… Μόνο που ο ποιητής, αν είναι ποιητής, δεν περιγράφει απλώς την εμφάνιση του ουρανού και της γης. Στις όψεις του ουρανού, ο ποιητής καλεί εκείνο το οποίο, αφού αποκαλυφθεί, φέρνει στην επιφάνεια το καλυμμένο, και μάλιστα ως αφ’ εαυτού καλυμμένο».
Για τον Ελύτη το μεγάλο του όπλο στην δημιουργία αυτού του κόσμου είναι το φως, η διαφάνεια που καταυγάζει τον αττικό ουρανό και που έγινε η αιτία να γεννηθεί ένας ολόκληρος πολιτισμός παλαιότερα. Και η διαφάνεια είναι προϋπόθεση της ηθικής του κόσμου αυτού. Γράφει στη Μέθοδο του Άρα : «Ο ποιητής δείχνει και η ορατότητα μεγαλώνει, εντείνεται, λαμπικάρει, τόσο περισσότερο όσο το κάθε στοιχείο βρίσκει την ακριβή του θέση μέσα σε ένα σύνολο, που κάνει τα επίπεδα να συγκλίνουν και να καταλήγουν στη μία και διαρκή λάμψη… όταν μιλώ για τη διαφάνεια, υπονοώ ακριβώς αυτό: τη δυνατότητα να βλέπεις μέσα από το αθώο το ένοχο και μέσα από το λευκό το μαύρο».

Ο Αλμπέρ Καμύ από την άλλη συλλέκτης του μεσογειακού φωτός «δίνεται», όπως γράφει ο Ελύτης γι’ αυτόν, «σε μια ζωή γεμάτη από τις φωνές της θάλασσας, της δροσιάς, του καταγάλανου ουρανού και δίνεται με αληθινόν έρωτα». Γράφει ο ίδιος στη Πτώση: «Καμιά φορά τα χάνεις, αμφιβάλλεις για το ολοφάνερο, ακόμα κι όταν έχεις ανακαλύψει το μυστικό μιας καλής ζωής… Όταν όμως δεν αγαπάς τη ζωή σου, όταν ξέρεις πως πρέπει να αλλάξεις ζωή, δεν έχεις περιθώρια επιλογής, δεν είναι; Τι να κάνεις για να ‘σαι ένας άλλος; Μη με παραφορτώνετε. Είμαι σαν εκείνον το γερό-ζητιάνο που δεν ήθελε ν’ αφήσει το χέρι μου, μια μέρα έξω σ’ ένα καφενείο: «Αχ κύριε» έλεγε, "δεν είναι που ‘σαι κακός, είναι που χάνεις το φως σου" Ναι, έχουμε χάσει το φως, τα πρωινά, την άγια αθωότητα εκείνου που συγχωρεί μόνος του τον εαυτό του».
Και οι δύο διανοητές αφορμούν από την προσωπική τους ευαισθησία για να ξεκινήσουν ένα διάλογο για τις αναλογίες του φωτός επάνω στην τέχνη. Για την αισθητική σύνδεση της διαφάνειας με τη ζωή αλλά κυρίως με το πνεύμα. Στο Μύθο του Σίσυφου αυτό που ο Σίσυφος θέλει να κάνει δεν είναι τίποτε άλλο από το να κοιτάξει κατάματα τον ήλιο για να αποκαλυφθεί η αλήθεια, άλλωστε η τέχνη δεν αντέχει τη λογική. Έτσι ο Καμύ χρησιμοποιεί το παράλογο για να φτάσει στην αλήθεια κι όσο κι αν οι ήρωές του μοιάζουν σκοτεινοί και ιδιότυποι άνθρωποι ο ίδιος γράφει: «Το συναίσθημα του παράλογου μπορεί να χτυπήσει στο πρόσωπο οποιονδήποτε άνθρωπο στη στροφή οποιουδήποτε δρόμου. Μέσα στην τρομερή του γύμνια, στο χωρίς λάμψη φως του, είναι ασύλληπτο». Κι αλλού σημειώνει: «Το παράλογο σύμπαν κι εκείνη η πνευματική στάση που φωτίζει τον κόσμο μ' ένα καθαρό φως κάνοντας έτσι να φανεί ένα ξεχωριστό, ένα προνομιούχο κι αδιάλλακτο πρόσωπο».
Οι δύο δημιουργοί  χρησιμοποιούν τον ίδιο συλλογισμό στην ανοικοδόμηση του δικού τους σύμπαντος. Κι όσο κι αν μιλώντας για διαφάνεια και παράλογο, για φως και σκιά χρησιμοποιούν αφηρημένες έννοιες για να αποδώσουν την αισθητική προοπτική του έργου τους στην πραγματικότητα αυτό που προσδιορίζουν είναι η ηθική τους στάση και ταυτόχρονα η ηθική στάση του έργου τους, συνδέοντας τη μοντέρνα τέχνη για πρώτη φορά με τις ιδέες του Πλάτωνα ή του Πλωτίνου. Μια διακειμενική προσέγγιση θα μπορούσε να αναδείξει τους αρχικούς αυτόνομους άξονες αρχιτεκτονικής συμμετρίας που και οι δύο χρησιμοποιούν για να μεταφέρουν ταυτόχρονα την υποκείμενη ιδέα του έργου τους προς νέες κατευθύνσεις και να οικοδομήσουν το σύγχρονο πνεύμα.
Μια λεπταίσθητη ισορροπία ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, ανάμεσα στη σύνθεση και την αφαίρεση, ανάμεσα στο φως  και στο σκοτάδι μιας  σκιάς μεταφέρει τις αξίες της νέας οπτικής και για τους δυο δημιουργούς και γίνεται το πρωτογενές υλικό της δημιουργίας τους. Απαιτείται ωστόσο μια πνευματική διεργασία για να φτάσει κανείς να αντιληφθεί τη διαύγεια που προκύπτει από τη γνωριμία του με την ιδιαίτερη εκείνη μορφή ενός δικού του ανώτερου εαυτού. Το απαιτούμενο φως που πρέπει να ακολουθήσει είναι το εσωτερικό φως, είναι η μετατροπή του ηλιακού φωτός σε ανθρώπινο. Κι αν ο Πλωτίνος στάθηκε η αφορμή για τον Ελύτη για τον Καμύ η αφορμή είναι ολόκληρη η ελληνική φιλοσοφία και το ίδιο το μεσογειακό φως, αφού αυτό θα τον οδηγήσει σε νέες συντεταγμένες. Ο ίδιος γράφει στο Καλοκαίρι, το έργο στο οποίο αναζητά το αήτητο φως να λάμψει μέσα του για να οδηγηθεί στην ευτυχία: «...O κόσμος ξανάρχιζε κάθε μέρα στην Τιπαζά μέσα σ' ένα φως καινούριο πάντα. Ω φως! Κραυγή όλων των ηρώων στο αρχαίο δράμα, μπροστά στο πεπρωμένο τους. Το τελευταίο τούτο καταφύγιο ήταν και δικό μας και τώρα το ξερα. Στην καρδιά του χειμώνα, ανακάλυπτα επιτέλους πως φύλαγα μέσα μου ένα αήττητο καλοκαίρι».
Ευνοημένος ο Ελύτης καθώς η Ελλάδα ως τόπος καταγωγής βοηθά στην απορρόφηση του φωτός και συχνά «ξεχνιέται ολημερίς να πίνει ήλιο κορινθιακό» αλλά και ο Καμύ ταξιδεύει στην Ελλάδα και γράφει γι’ αυτήν εξαίροντας τη φύση του διονυσιακού φωτός που εισπράττει: «Η Ελλάδα είναι για μένα μια μεγάλη απαστράπτουσα μέρα, που απλώνεται κατά μήκος των θαλασσών και συνάμα ένα τεράστιο νησί καλυμμένο με κόκκινα λουλούδια και ακρωτηριασμένους θεούς που φτάνουν ακούραστα σε μια θάλασσα φωτός κάτω από ένα διάφανο ουρανό… Να κρατήσω αυτό το φως, να ξαναρθώ, να μην παρασυρθώ πια στο σκοτάδι των ημερών...»
Άλλωστε όπως ο Τολστόι έλεγε: «όλη η ομορφιά της ζωής αποτελείται από φως και σκοτάδι».
Τέσυ Μπάιλα
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό Περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ, τ.4, Μάης 2013.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [τελευταία ανάρτηση]

ΔΕΥΤΕΡΑ, 4 Μ 

ΔΥΟ ΠΟΝΤΟΥΣ πάνω από το έδαφος
έβλεπες, έστεκε το σπίτι κι έλαμπε σαν διαμαντικό

Πιο χαμηλά, μια λίμνη όλο άχνες ροζ

Ύστερα το Άγνωστο από συμπαγές άκαυστο φώσφορο
και πάρα πίσω «η Χώρα» που λεν «των Λωτοφάγων».


Έχω κάνει εργάτης εδώ σ' αυτά τα μέρη
χρόνους πολλούς κι απόμεινα με καμένα τα δάχτυλα
πάνω στην ώρα που ήθελα λιγάκι ακόμη
να δω από πέρα πως ανθίζουν τα νερά
και πως ανοίγουν, σιγοπερπατώντας, την ουρά 

             οι Παράδεισοι. 

ΔΕΥΤΕΡΑ, 4 Μ β

ΑΠΑΛΟΙ ΚΟΚΚΙΝΟΙ ΛΟΦΟΙ ακριβώς όπως μες στη ζωή μου.

Είναι τόση η ομοιότητα, που δεν ξέρω αν είναι αληθινή κείνη η
λευκή οπτασία του νέου που περνάει, κρατώντας ένα μικρό καράβι,
τους αιθέρες και μόλις αγγίζει τις κορυφές, ή απλώς εγώ έχω τόσο
πολύ αποξενωθεί από τις συγκινήσεις, που ξαναβρίσκει ο εξωτερικός 
κόσμος την ισορροπία του και την ομαλή του διάταξη. 

ΠΕΜΠΤΗ, 7 Μ

ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥ να μη σκέπτομαι τίποτα και να μη συγκινούμαι από τιποτα, ξεθάρρεψε ο χρόνος και μ' απόλυσε καταμεσής του Κρητικού πελάγους.
 
Έγινα χιλιάδων ετών και ήδη χρησιμοποιώ τη μινωική γραφή με
τόση άνεση που ο κόσμος απορεί και πιστεύει στο θαύμα. 


Το ευτύχημα είναι ότι δεν καταφέρνει να με διαβάσει.


-Όλα χάνονται. Του καθενός έρχεται η ώρα.

-Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [26]

ΣΑΒΒΑΤΟ, 2 Μ
 
ΠΕΦΤΟΝΤΑΣ Η ΖΩΗ ΜΟΥ (ένα κομμάτι ελάχιστο από τη ζωή μου) πάνω
στη ζωή των άλλων, αφήνει μια τρύπα.



Μπορεί κανείς, εφαρμόζοντας το μάτι του εκεί, να βλέπει στο διηνεκές μια σκούρα θάλασσα κι ένα κορίτσι στ' άσπρα να ίπταται απ' αριστερά δεξιά, και να χάνεται στον αέρα.

ΚΥΡΙΑΚΗ, 3 Μ

ΚΑΠΟΙΑ ΚΑΤΑΠΑΚΤΗ θ' άνοιξε. Πάνε κι έρχονται πλήθη αλλοφύλων με καπέλα πολυγωνικά κι αμφιέσεις ποδήρεις.

Ξάφνου ακούγεται η φωνή μου (αλλ' εγώ δεν μιλώ): ε σεις ωραίες
μου Ρωμαίες la luce onde s' infiora vostra sustanza rimarà con voi etternalmente sì com' ell' è ora?

Κι ύστερ' από κάμποση ώρα, σαν ηχώ, η απόκριση: tu non se' in terra, sì come tu credi...tu non se' in terra...tu non se' in terra...

Οπόταν άρχισαν από πέρα ν' ακούγονται στροφές αλυσίδας, κι οι αιχμές ενός μεγάλου, άγνωστου, περιστρεφόμενου Ζωδιακού να με
περισφίγγουν


Τα βουνά, στο βάθος, πήραν σιγά σιγά να διαλύονται και ν' ανεβαίνουν σαν αναμνήσεις.

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [25]

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 

 
ΚΑΘΑΡΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΕΡΑ. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.

Σου 'ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.
                            
ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 β
                                                  Ασμάτιον
ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ ΚΟΡΗ ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου 'δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή
    μυρωδιά 

Μεθαύριο θα 'ρθουν τ' άλλα πουλιά
θα 'ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου    καρδία.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [24]

 Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 
  
ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗ ΧΘΕΣΙΝΗ αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μού κυκλοφοράει τα μυστικά 

Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν' αδειάσει τον κουβά με τ' απορρίμματά μου
-της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια-
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος. 

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 β 

ΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ της θάλασσας το μαύρο 
      εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο 

Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ' Άπιαστα 

Όπως εγώ προχθές του αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήγα να παραβγώ μ' αλόγατα όρθια και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ' τη γης, η ερωτοπαθής ψυχή μου.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [23]

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23

ΜΕΡΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού

 
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη

Τα χωματένια πόδια μου    άλλοτε

(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει να ήμουν)

Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε

Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23 β

ΣΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
εωσότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.


Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας


Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.
                           
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24

ΣΑΝ ΝΑ ΜΟΝΟΛΟΓΩ, σωπαίνω.

Ίσως και να 'μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής


Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ' αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.

                            
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24 β
                                                            Αντίς για όνειρο


ΠΕΝΘΙΜΟΣ ΠΡΑΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ μες στο λιβάνι 
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.

Σαν να 'μαι λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ'
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [22]

Μ.ΔΕΥΤΕΡΑ, 20 
 
ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.

Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.
                            
Μ. ΤΡΙΤΗ, 21 

ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο. 

Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ' ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της
κρεμασμένο στο στήθος. 


Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα. 

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω, γιατί λιποθύμησα. 


Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ, 22 

ΟΛΟΕΝΑ ΟΙ ΚΑΚΤΟΙ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται
σαν να 'ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο
μαύρος όγκος που σαλεύει 


Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός

Και τώρα μαύρος αιώνας.

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [21]

ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 


ΓΑΛΗΝΗ ΣΑΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ που λείπουνε όλοι σ' ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα. 

Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
Βοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.

                            
ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 β

ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ μεγάλωσε κι έφραξε το λιμάνι. Καμιά κίνηση στα καταστρώματα. Ίσως να μεταφέρει τα καινούρια μεσάνυχτα, συμπαγή και συσκευασμένα. Ίσως και μια μόνο ψυχή, λεπτή σαν καπνό και αναγνωρίσιμη από την οσμή του καμένου. 

Όπως και να 'ναι, υπάρχουν πολλά ζώα που δεν έσωσε ακόμη να βγουν από την Κιβωτό και δείχνουν αδημονία. Ως και το πλήθος που κατακλύζει το μουράγιο και ρίχνει ανήσυχα βλέμματα, σιγά σιγά συνειδητοποιεί ότι το παν εξαρτάται από μια στιγμή - 

τη στιγμή ακριβώς που, μόλις πας να την αδράξεις, χάνεται.
                           
ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 γ 

ΑΣΠΡΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ τ' ουρανού μέσα στη νύχτα πάω μ' από κοντά τον σκύλο της σελήνης μου. 

 Κάποιος άγνωστος Γαβριήλ μου κάνει νοήματα
-Σύμφωνοι, θα πεθάνουμε όλοι μας· άλλα προς τι;

Ψηλά κοιτάω σαν άστρο το βορινό παράθυρο
που το ξεχάσανε ανοιχτό και μ' αναμμένο φως.


Οι άλλοι κοιμούνται ή προσωρινά ή αιώνια
ύπτιοι, με το πρόσωπο ακάλυπτο στον ουρανό.


Πάω μ' από κοντά τις μετρημένες μέρες μου
-Σύμφωνοι, ναι· αλλ' η ζωή αυτή δεν έχει τέλος...

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [21]

ΣΑΒΒΑΤΟ, 18
 
ΑΚΟΜΗ ΒΡΕΧΕΙ. Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει. Κι αιωνίως θα κυκλοφορώ με μιαν ομπρέλα ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ γεμάτη
ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία.

                            
ΣΑΒΒΑΤΟ, 18 β
ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΤΡΥΦΕΡΑΔΑΣ τ' ουρανού μετά που εβρόντησε και ξεκινά ο σαλίγκαρος.
Κομμάτια σπίτια που επιπλέουν, μπαλκόνια με μπροστά το κοντάρι τους, ο αέρας. 

Γεγονός είναι ο θάνατος που επίκειται φορτωμένος κάτι ευτυχίες παλιές κι εκείνη την πολύ γνωστή (που λευκάνθηκε στις άγριες ερημιές) απελπισία.
                            
ΣΑΒΒΑΤΟ, 18 γ
ΚΑΘΟΜΑΙ ΩΡΕΣ και κοιτάζω το νερό στις πλάκες ώσπου, τέλος, γίνεται πρόσωπο που μου μοιάζει και φέγγει απ' όλη την περασμένη μου ζωή.

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [20]

ΠΕΜΠΤΗ, 16
 
Σ' ΟΛΟΥΣ ΤΟ ΨΙΛΟΒΡΟΧΟ κάτι λέει. Σ' εμένα τίποτα. Σφάλισα τα τζάμια κι άρχισα να καλώ αλφαβητικά: τον Άγγελο της Αστυπάλαιας·
τη Βρισηίδα· τα Γαυγάμηλα· τον δούλο του Κριναγόρα· τον Ελλήσποντο· τα Ζαγόρια· τον Ηλία τον Προφήτη· τον Θεόδωρο νεομάρτυρα Μυτιλήνης· την Ισσό· τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο· τη Λαΐδα· τον μαστρ'- Αντώνη· τον Νικία· την ξέρα της Αγίας Πελαγίας· τον Όμηρο (μαζί με ολόκληρη την Ιλιάδα του)· τους Πελασγούς· τη Ρωξάννη· τη Σθενελαΐδα· τα Ταταύλα· τον Ίβυκο (ερωτομανέστατο)· τη Φαιστό· τις Χοηφόρες· τα Ψαρά· και τον Ωριγένη.

 
Ξημερώθηκα έχοντας διατρέξει την ιστορία του θανάτου της Ιστορίας ή μάλλον την ιστορία της Ιστορίας του Θανάτου (και αυτό δεν
είναι λογοπαίγνιο).

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Το «Άξιον Εστί» στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο


Tο Σάββατο 20 Απριλίου 2013 και ώρα 19.00, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Μουσικό Σχολείο Ιλίου παρουσιάζουν το συμφωνικό έργο Άξιον Εστί του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη, στη μεγάλη Αίθουσα του Βωμού.
Η παρουσίαση του Άξιον Εστί γίνεται για πρώτη φορά από μαθητές, χάρη στην ευγενή παραχώρηση των δικαιωμάτων από το συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Εκατόν εξήντα επτά μαθητές και μαθήτριες θα ερμηνεύσουν το Λαϊκό Ορατόριο για Συμφωνική Ορχήστρα, Χορωδία, Λαϊκή Ορχήστρα, Βαρύτονο, Λαϊκό Τραγουδιστή και Αφηγητή, με μαέστρο τον καθηγητή τους Γιάννη Πανταζάτο. Η εκδήλωση πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Μνημείων (18 Απριλίου), που φέτος είναι αφιερωμένη στην κληρονομιά της Εκπαίδευσης. Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη. Λόγω των περιορισμένων θέσεων, θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας.

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [19]

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 
 
ΠΡΟΧΩΡΩ ΜΕΣ' ΑΠΟ ΠΕΤΡΙΝΑ κεριά και γυναίκες που κρατάν μισοφέγγαρα. 
 Ο Θεός λείπει. Αυτός ο κήπος δεν έχει τέλος και κανείς
δεν ξέρει τι τον περιμένει. 


Κάθε όνομα φέγγει για λίγο μες στα σκοτεινά κι υστέρα σβήνει και χάνεται. 

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 β 

ΑΝΟΙΓΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ του κήπου κι έβλεπες τα μαλλιά της να φεύγουν
αριστερά. Ύστερα μετατοπιζότανε πάνω στο τέμπλο, λυπημένη,
κρατώντας στην αγκαλιά της πολλές μικρές άσπρες φλόγες. 


Ήταν μια εποχή γεμάτη επαναστάσεις, ξεσηκωμούς, αίματα. Θα 'λεγες ότι μόνη αυτή συντηρούσε τη διάρκεια των πραγμάτων από
μακριά. 


Όμως από κοντά ήταν απλώς μια ωραία γυναίκα που μύριζε κήπο. 

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 γ 

ΑΝΕΒΑΙΝΩ ΤΟ ΜΑΛΑΚΟ χώμα της, φτάνω στην κορυφή και δένω τα
μαλλιά της πίσω με κλώνους.


Ύστερα κάνω το σταυρό μου.

Τότε χτυπά η καμπάνα και στα βλέφαρα της εμφανίζεται το πρώτο
εφετινό δάκρυ.


Θα μπορούσε να 'ναι κάτι υπέροχο.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [18]

ΚΥΡΙΑΚΗ, 12
                                                                          Μνήμη του Μεμά 


Κατέβηκα στον περίβολο με τις τριανταφυλλιές πλάκες, τ' αγριόχορτα και την πυροστιά στη μέση αναμμένη σαν σε θυσία. 

Εντελώς άξαφνα φάνηκε στον αέρα μια βοϊδοκεφαλή ανθοστόλιστη, που πάλι, μεμιάς, εχάθη. 

Θα 'κανε λάθος αιώνα. 

Ύστερα φάνηκε το φορτηγό με τα χρειώδη της Μονής κι ο πάτερ Ισίδωρος κρατώντας το πιατέλο με τα κόλλυβα.

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [17]

ΣΑΒΒΑΤΟ, 11 

ΒΓΗΚΑ ΓΙΑ ΝΕΕΣ πληγές
πάνω από τις παλαιές να επιπλέουν σαν νούφαρα 

(Στην αρχαία εκείνη θάλασσα που εγνώριζα

Τώρα θα 'χει βουλιάξει ο κόσμος
με τα δύο του λοξά κατάρτια έξω απ' το νερό

Κι εγώ, σαν να 'μαι αληθινός, θα γράφω ακόμη).

ΣΑΒΒΑΤΟ, 11 β 

ΣΤΑΜΑΤΗΜΕΝΟΣ ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ μες στον ύπνο
σαν παλαιό αυτοκίνητο με χαλασμένα φώτα
έλαχε μες στα σκοτεινά πάλι να πιάσω
κινήσεις των ανθρώπων τόσο ακατανόητες
όσο κι εκείνες που 'βλεπα γύρω μου
χρόνους και χρόνους μιαν ολόκληρη ζωή:
«Το μυστήριο της μαυροφόρας» αίφνης ή
«Τον βουβό με την κερένια κούκλα»
«Τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας» εάν όχι
και - σε πρώτη προβολή - «Το φιλί του θανάτου».

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [16]

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10
 
ΟΛΟΕΝΑ ΣΦΥΡΙΖΕ ο αέρας κι ολοένα σκοτείνιαζε κι ολοένα έφτανε η μακρινή φωνή στ' αυτιά μου: «μια ζωή ολόκληρη...» «μια ζωή ολόκληρη...».

Στον αντικρινό τοίχο οι σκιές των δέντρων παίζανε κινηματογράφο.
  
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10 β

ΚΑΠΟΥ, ΦΑΙΝΕΤΑΙ, θα διασκεδάζουν μόλο που δεν υπάρχουν διόλου σπίτια ή άνθρωποι ακούω κιθάρες κι άλλα γέλια που δεν είναι σιμά 

Μπορεί και μακριά πολύ μέσα στων ουρανών τ' αποκαΐδια την Ανδρομέδα, την Άρκτο ή την Παρθένο...

Άραγες να 'ναι η μοναξιά σ' όλους τους κόσμους η ίδια;

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10 γ

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ μετακινείται το δωμάτιο μου σ' όλη τη γειτονιά και φέγγει σαν σμαράγδι. Κάποιος μέσα του ψάχνει - κι η αλήθεια ολοένα του ξεφεύγει. Που να το φανταστεί ότι αυτή βρίσκεται πιο χαμηλά

Πολύ πιο χαμηλά

Ότι έχει ο θάνατος την δικιά του Ερυθρά θάλασσα.

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [15]

 ΠΕΜΠΤΗ, 9


ΘΑ 'ΝΑΙ ΚΑΠΟΙΟ από κείνα τα σπίτια στον κισσό τα κλειστά κι ακατοίκητα που 'λυσε το λουρί από τ' αποτρόπαια γεγονότα μέσα του

Και νιώθεις τώρα ν' αμολιούνται πάνω σου τα ουρλιάσματα κείνες τις πρώτες δαγκωνιές από την εποχή του Αδάμ τις μασέλες του γέροντα που τολμούσε ακόμη ν' αγαπάει και φυσούσε ακούραστος τις μυστικές φιλύρες του κάποια νύχτα ευπαθή του Απρίλη.

Αυτά που πάνε τώρα να σε γονατίσουν
πάνε πάλι να σε κυλήσουν στα αίματα.

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [14]

ΤΕΤΑΡΤΗ, 8 γ
 
ΜΑΝΑ ΠΟΥ 'ΣΑΙ να με δεις: όπως γεννήθηκα, έφυγα. Παραήμουνα λίγος - άλλωστε ποιος νογάει; - και πολλά τα σερνόμενα τέρατα με
τα πλάγια, λιπαρά πόδια.


Έτσι, στο μάκρος μιας ζωής με τόση δυσκολία στημένης δεν έχουνε απομείνει παρά μια μισοκαταστραμμένη πόρτα και πολλές μεγάλες σάπιες ανεμώνες του νερού. Κείθε περνάω και πάω - πού ξέρεις;- για μια κοιλιά γλυκύτερη από την πατρίδα.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [13]

ΤΕΤΑΡΤΗ, 8 β



ΟΠΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΚΠΥΡΣΟΚΡΟΤΗΣΗ, σ' ένα παρατεταμένο κενό, άρχισε ν' αναδύεται το παλιό προγονικό τοπίο.

Έλειπε απ' τη θέση της η γιαγιά και οι δείχτες από το ρολόι του τοίχου.

Στο μέρος όπου είχα πρωτοϊδεί την Παναγία (ή τη Μητέρα μου) μύριζε καμένο πεύκο και συχώρεση.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [12]

ΤΕΤΑΡΤΗ, 8

 
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ που βροντάει σε πόρτες και παράθυρα;

Τι να 'ναι αυτό που λέει και ξαναλέει - τη μια κοντά, την άλλη μακριά - ο αέρας ο εγγαστρίμυθος;

Τι θέλει αυτή με τα σχιστά μαλλιά και τα γατίσια μάτια που μου ζωγραφίστηκε στο τζάμι;

Τι είδους μοναξιά να είναι αυτή που παίζει ο μακρινός ο στρατιώτης στην τρομπέτα του;

Ξημερώματα είναι ή σκοτεινιάζει;