Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [τελευταία ανάρτηση]

ΔΕΥΤΕΡΑ, 4 Μ 

ΔΥΟ ΠΟΝΤΟΥΣ πάνω από το έδαφος
έβλεπες, έστεκε το σπίτι κι έλαμπε σαν διαμαντικό

Πιο χαμηλά, μια λίμνη όλο άχνες ροζ

Ύστερα το Άγνωστο από συμπαγές άκαυστο φώσφορο
και πάρα πίσω «η Χώρα» που λεν «των Λωτοφάγων».


Έχω κάνει εργάτης εδώ σ' αυτά τα μέρη
χρόνους πολλούς κι απόμεινα με καμένα τα δάχτυλα
πάνω στην ώρα που ήθελα λιγάκι ακόμη
να δω από πέρα πως ανθίζουν τα νερά
και πως ανοίγουν, σιγοπερπατώντας, την ουρά 

             οι Παράδεισοι. 

ΔΕΥΤΕΡΑ, 4 Μ β

ΑΠΑΛΟΙ ΚΟΚΚΙΝΟΙ ΛΟΦΟΙ ακριβώς όπως μες στη ζωή μου.

Είναι τόση η ομοιότητα, που δεν ξέρω αν είναι αληθινή κείνη η
λευκή οπτασία του νέου που περνάει, κρατώντας ένα μικρό καράβι,
τους αιθέρες και μόλις αγγίζει τις κορυφές, ή απλώς εγώ έχω τόσο
πολύ αποξενωθεί από τις συγκινήσεις, που ξαναβρίσκει ο εξωτερικός 
κόσμος την ισορροπία του και την ομαλή του διάταξη. 

ΠΕΜΠΤΗ, 7 Μ

ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥ να μη σκέπτομαι τίποτα και να μη συγκινούμαι από τιποτα, ξεθάρρεψε ο χρόνος και μ' απόλυσε καταμεσής του Κρητικού πελάγους.
 
Έγινα χιλιάδων ετών και ήδη χρησιμοποιώ τη μινωική γραφή με
τόση άνεση που ο κόσμος απορεί και πιστεύει στο θαύμα. 


Το ευτύχημα είναι ότι δεν καταφέρνει να με διαβάσει.


-Όλα χάνονται. Του καθενός έρχεται η ώρα.

-Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [26]

ΣΑΒΒΑΤΟ, 2 Μ
 
ΠΕΦΤΟΝΤΑΣ Η ΖΩΗ ΜΟΥ (ένα κομμάτι ελάχιστο από τη ζωή μου) πάνω
στη ζωή των άλλων, αφήνει μια τρύπα.



Μπορεί κανείς, εφαρμόζοντας το μάτι του εκεί, να βλέπει στο διηνεκές μια σκούρα θάλασσα κι ένα κορίτσι στ' άσπρα να ίπταται απ' αριστερά δεξιά, και να χάνεται στον αέρα.

ΚΥΡΙΑΚΗ, 3 Μ

ΚΑΠΟΙΑ ΚΑΤΑΠΑΚΤΗ θ' άνοιξε. Πάνε κι έρχονται πλήθη αλλοφύλων με καπέλα πολυγωνικά κι αμφιέσεις ποδήρεις.

Ξάφνου ακούγεται η φωνή μου (αλλ' εγώ δεν μιλώ): ε σεις ωραίες
μου Ρωμαίες la luce onde s' infiora vostra sustanza rimarà con voi etternalmente sì com' ell' è ora?

Κι ύστερ' από κάμποση ώρα, σαν ηχώ, η απόκριση: tu non se' in terra, sì come tu credi...tu non se' in terra...tu non se' in terra...

Οπόταν άρχισαν από πέρα ν' ακούγονται στροφές αλυσίδας, κι οι αιχμές ενός μεγάλου, άγνωστου, περιστρεφόμενου Ζωδιακού να με
περισφίγγουν


Τα βουνά, στο βάθος, πήραν σιγά σιγά να διαλύονται και ν' ανεβαίνουν σαν αναμνήσεις.

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [25]

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 

 
ΚΑΘΑΡΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΕΡΑ. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.

Σου 'ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.
                            
ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 β
                                                  Ασμάτιον
ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ ΚΟΡΗ ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου 'δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή
    μυρωδιά 

Μεθαύριο θα 'ρθουν τ' άλλα πουλιά
θα 'ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου    καρδία.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [24]

 Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 
  
ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗ ΧΘΕΣΙΝΗ αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μού κυκλοφοράει τα μυστικά 

Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν' αδειάσει τον κουβά με τ' απορρίμματά μου
-της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια-
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος. 

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 β 

ΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ της θάλασσας το μαύρο 
      εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο 

Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ' Άπιαστα 

Όπως εγώ προχθές του αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήγα να παραβγώ μ' αλόγατα όρθια και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ' τη γης, η ερωτοπαθής ψυχή μου.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [23]

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23

ΜΕΡΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού

 
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη

Τα χωματένια πόδια μου    άλλοτε

(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει να ήμουν)

Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε

Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23 β

ΣΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
εωσότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.


Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας


Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.
                           
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24

ΣΑΝ ΝΑ ΜΟΝΟΛΟΓΩ, σωπαίνω.

Ίσως και να 'μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής


Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ' αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.

                            
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24 β
                                                            Αντίς για όνειρο


ΠΕΝΘΙΜΟΣ ΠΡΑΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ μες στο λιβάνι 
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.

Σαν να 'μαι λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ'
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [22]

Μ.ΔΕΥΤΕΡΑ, 20 
 
ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.

Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.
                            
Μ. ΤΡΙΤΗ, 21 

ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο. 

Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ' ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της
κρεμασμένο στο στήθος. 


Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα. 

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω, γιατί λιποθύμησα. 


Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ, 22 

ΟΛΟΕΝΑ ΟΙ ΚΑΚΤΟΙ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται
σαν να 'ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο
μαύρος όγκος που σαλεύει 


Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός

Και τώρα μαύρος αιώνας.

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [21]

ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 


ΓΑΛΗΝΗ ΣΑΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ που λείπουνε όλοι σ' ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα. 

Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
Βοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.

                            
ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 β

ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ μεγάλωσε κι έφραξε το λιμάνι. Καμιά κίνηση στα καταστρώματα. Ίσως να μεταφέρει τα καινούρια μεσάνυχτα, συμπαγή και συσκευασμένα. Ίσως και μια μόνο ψυχή, λεπτή σαν καπνό και αναγνωρίσιμη από την οσμή του καμένου. 

Όπως και να 'ναι, υπάρχουν πολλά ζώα που δεν έσωσε ακόμη να βγουν από την Κιβωτό και δείχνουν αδημονία. Ως και το πλήθος που κατακλύζει το μουράγιο και ρίχνει ανήσυχα βλέμματα, σιγά σιγά συνειδητοποιεί ότι το παν εξαρτάται από μια στιγμή - 

τη στιγμή ακριβώς που, μόλις πας να την αδράξεις, χάνεται.
                           
ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 γ 

ΑΣΠΡΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ τ' ουρανού μέσα στη νύχτα πάω μ' από κοντά τον σκύλο της σελήνης μου. 

 Κάποιος άγνωστος Γαβριήλ μου κάνει νοήματα
-Σύμφωνοι, θα πεθάνουμε όλοι μας· άλλα προς τι;

Ψηλά κοιτάω σαν άστρο το βορινό παράθυρο
που το ξεχάσανε ανοιχτό και μ' αναμμένο φως.


Οι άλλοι κοιμούνται ή προσωρινά ή αιώνια
ύπτιοι, με το πρόσωπο ακάλυπτο στον ουρανό.


Πάω μ' από κοντά τις μετρημένες μέρες μου
-Σύμφωνοι, ναι· αλλ' η ζωή αυτή δεν έχει τέλος...

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [21]

ΣΑΒΒΑΤΟ, 18
 
ΑΚΟΜΗ ΒΡΕΧΕΙ. Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει. Κι αιωνίως θα κυκλοφορώ με μιαν ομπρέλα ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ γεμάτη
ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία.

                            
ΣΑΒΒΑΤΟ, 18 β
ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΤΡΥΦΕΡΑΔΑΣ τ' ουρανού μετά που εβρόντησε και ξεκινά ο σαλίγκαρος.
Κομμάτια σπίτια που επιπλέουν, μπαλκόνια με μπροστά το κοντάρι τους, ο αέρας. 

Γεγονός είναι ο θάνατος που επίκειται φορτωμένος κάτι ευτυχίες παλιές κι εκείνη την πολύ γνωστή (που λευκάνθηκε στις άγριες ερημιές) απελπισία.
                            
ΣΑΒΒΑΤΟ, 18 γ
ΚΑΘΟΜΑΙ ΩΡΕΣ και κοιτάζω το νερό στις πλάκες ώσπου, τέλος, γίνεται πρόσωπο που μου μοιάζει και φέγγει απ' όλη την περασμένη μου ζωή.

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [20]

ΠΕΜΠΤΗ, 16
 
Σ' ΟΛΟΥΣ ΤΟ ΨΙΛΟΒΡΟΧΟ κάτι λέει. Σ' εμένα τίποτα. Σφάλισα τα τζάμια κι άρχισα να καλώ αλφαβητικά: τον Άγγελο της Αστυπάλαιας·
τη Βρισηίδα· τα Γαυγάμηλα· τον δούλο του Κριναγόρα· τον Ελλήσποντο· τα Ζαγόρια· τον Ηλία τον Προφήτη· τον Θεόδωρο νεομάρτυρα Μυτιλήνης· την Ισσό· τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο· τη Λαΐδα· τον μαστρ'- Αντώνη· τον Νικία· την ξέρα της Αγίας Πελαγίας· τον Όμηρο (μαζί με ολόκληρη την Ιλιάδα του)· τους Πελασγούς· τη Ρωξάννη· τη Σθενελαΐδα· τα Ταταύλα· τον Ίβυκο (ερωτομανέστατο)· τη Φαιστό· τις Χοηφόρες· τα Ψαρά· και τον Ωριγένη.

 
Ξημερώθηκα έχοντας διατρέξει την ιστορία του θανάτου της Ιστορίας ή μάλλον την ιστορία της Ιστορίας του Θανάτου (και αυτό δεν
είναι λογοπαίγνιο).

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [19]

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 
 
ΠΡΟΧΩΡΩ ΜΕΣ' ΑΠΟ ΠΕΤΡΙΝΑ κεριά και γυναίκες που κρατάν μισοφέγγαρα. 
 Ο Θεός λείπει. Αυτός ο κήπος δεν έχει τέλος και κανείς
δεν ξέρει τι τον περιμένει. 


Κάθε όνομα φέγγει για λίγο μες στα σκοτεινά κι υστέρα σβήνει και χάνεται. 

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 β 

ΑΝΟΙΓΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ του κήπου κι έβλεπες τα μαλλιά της να φεύγουν
αριστερά. Ύστερα μετατοπιζότανε πάνω στο τέμπλο, λυπημένη,
κρατώντας στην αγκαλιά της πολλές μικρές άσπρες φλόγες. 


Ήταν μια εποχή γεμάτη επαναστάσεις, ξεσηκωμούς, αίματα. Θα 'λεγες ότι μόνη αυτή συντηρούσε τη διάρκεια των πραγμάτων από
μακριά. 


Όμως από κοντά ήταν απλώς μια ωραία γυναίκα που μύριζε κήπο. 

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 γ 

ΑΝΕΒΑΙΝΩ ΤΟ ΜΑΛΑΚΟ χώμα της, φτάνω στην κορυφή και δένω τα
μαλλιά της πίσω με κλώνους.


Ύστερα κάνω το σταυρό μου.

Τότε χτυπά η καμπάνα και στα βλέφαρα της εμφανίζεται το πρώτο
εφετινό δάκρυ.


Θα μπορούσε να 'ναι κάτι υπέροχο.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [18]

ΚΥΡΙΑΚΗ, 12
                                                                          Μνήμη του Μεμά 


Κατέβηκα στον περίβολο με τις τριανταφυλλιές πλάκες, τ' αγριόχορτα και την πυροστιά στη μέση αναμμένη σαν σε θυσία. 

Εντελώς άξαφνα φάνηκε στον αέρα μια βοϊδοκεφαλή ανθοστόλιστη, που πάλι, μεμιάς, εχάθη. 

Θα 'κανε λάθος αιώνα. 

Ύστερα φάνηκε το φορτηγό με τα χρειώδη της Μονής κι ο πάτερ Ισίδωρος κρατώντας το πιατέλο με τα κόλλυβα.

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [17]

ΣΑΒΒΑΤΟ, 11 

ΒΓΗΚΑ ΓΙΑ ΝΕΕΣ πληγές
πάνω από τις παλαιές να επιπλέουν σαν νούφαρα 

(Στην αρχαία εκείνη θάλασσα που εγνώριζα

Τώρα θα 'χει βουλιάξει ο κόσμος
με τα δύο του λοξά κατάρτια έξω απ' το νερό

Κι εγώ, σαν να 'μαι αληθινός, θα γράφω ακόμη).

ΣΑΒΒΑΤΟ, 11 β 

ΣΤΑΜΑΤΗΜΕΝΟΣ ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ μες στον ύπνο
σαν παλαιό αυτοκίνητο με χαλασμένα φώτα
έλαχε μες στα σκοτεινά πάλι να πιάσω
κινήσεις των ανθρώπων τόσο ακατανόητες
όσο κι εκείνες που 'βλεπα γύρω μου
χρόνους και χρόνους μιαν ολόκληρη ζωή:
«Το μυστήριο της μαυροφόρας» αίφνης ή
«Τον βουβό με την κερένια κούκλα»
«Τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας» εάν όχι
και - σε πρώτη προβολή - «Το φιλί του θανάτου».

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [16]

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10
 
ΟΛΟΕΝΑ ΣΦΥΡΙΖΕ ο αέρας κι ολοένα σκοτείνιαζε κι ολοένα έφτανε η μακρινή φωνή στ' αυτιά μου: «μια ζωή ολόκληρη...» «μια ζωή ολόκληρη...».

Στον αντικρινό τοίχο οι σκιές των δέντρων παίζανε κινηματογράφο.
  
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10 β

ΚΑΠΟΥ, ΦΑΙΝΕΤΑΙ, θα διασκεδάζουν μόλο που δεν υπάρχουν διόλου σπίτια ή άνθρωποι ακούω κιθάρες κι άλλα γέλια που δεν είναι σιμά 

Μπορεί και μακριά πολύ μέσα στων ουρανών τ' αποκαΐδια την Ανδρομέδα, την Άρκτο ή την Παρθένο...

Άραγες να 'ναι η μοναξιά σ' όλους τους κόσμους η ίδια;

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10 γ

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ μετακινείται το δωμάτιο μου σ' όλη τη γειτονιά και φέγγει σαν σμαράγδι. Κάποιος μέσα του ψάχνει - κι η αλήθεια ολοένα του ξεφεύγει. Που να το φανταστεί ότι αυτή βρίσκεται πιο χαμηλά

Πολύ πιο χαμηλά

Ότι έχει ο θάνατος την δικιά του Ερυθρά θάλασσα.

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [15]

 ΠΕΜΠΤΗ, 9


ΘΑ 'ΝΑΙ ΚΑΠΟΙΟ από κείνα τα σπίτια στον κισσό τα κλειστά κι ακατοίκητα που 'λυσε το λουρί από τ' αποτρόπαια γεγονότα μέσα του

Και νιώθεις τώρα ν' αμολιούνται πάνω σου τα ουρλιάσματα κείνες τις πρώτες δαγκωνιές από την εποχή του Αδάμ τις μασέλες του γέροντα που τολμούσε ακόμη ν' αγαπάει και φυσούσε ακούραστος τις μυστικές φιλύρες του κάποια νύχτα ευπαθή του Απρίλη.

Αυτά που πάνε τώρα να σε γονατίσουν
πάνε πάλι να σε κυλήσουν στα αίματα.

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [14]

ΤΕΤΑΡΤΗ, 8 γ
 
ΜΑΝΑ ΠΟΥ 'ΣΑΙ να με δεις: όπως γεννήθηκα, έφυγα. Παραήμουνα λίγος - άλλωστε ποιος νογάει; - και πολλά τα σερνόμενα τέρατα με
τα πλάγια, λιπαρά πόδια.


Έτσι, στο μάκρος μιας ζωής με τόση δυσκολία στημένης δεν έχουνε απομείνει παρά μια μισοκαταστραμμένη πόρτα και πολλές μεγάλες σάπιες ανεμώνες του νερού. Κείθε περνάω και πάω - πού ξέρεις;- για μια κοιλιά γλυκύτερη από την πατρίδα.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [13]

ΤΕΤΑΡΤΗ, 8 β



ΟΠΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΚΠΥΡΣΟΚΡΟΤΗΣΗ, σ' ένα παρατεταμένο κενό, άρχισε ν' αναδύεται το παλιό προγονικό τοπίο.

Έλειπε απ' τη θέση της η γιαγιά και οι δείχτες από το ρολόι του τοίχου.

Στο μέρος όπου είχα πρωτοϊδεί την Παναγία (ή τη Μητέρα μου) μύριζε καμένο πεύκο και συχώρεση.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [12]

ΤΕΤΑΡΤΗ, 8

 
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ που βροντάει σε πόρτες και παράθυρα;

Τι να 'ναι αυτό που λέει και ξαναλέει - τη μια κοντά, την άλλη μακριά - ο αέρας ο εγγαστρίμυθος;

Τι θέλει αυτή με τα σχιστά μαλλιά και τα γατίσια μάτια που μου ζωγραφίστηκε στο τζάμι;

Τι είδους μοναξιά να είναι αυτή που παίζει ο μακρινός ο στρατιώτης στην τρομπέτα του;

Ξημερώματα είναι ή σκοτεινιάζει;

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [11]

ΤΡΙΤΗ, 7 β
 
Από μακριά την είδα νά 'ρχεται καταπάνω μου. Φορούσε παπούτσια πάνινα και προχωρούσε αλαφρή κι ασπρόμαυρη. Ως κι ο σκύλος
πίσω της, βουτούσε ως τα μισά μέσα στο μαύρο. 


Γέρασα να περιμένω, αλήθεια.

Κι είναι τώρα πολύ αργά για να καταλάβω πως όσο εκείνη προχωρούσε τόσο το κενό μεγάλωνε, κι ότι δεν επρόκειτο να συναντηθούμε ποτέ.

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [10]

ΤΡΙΤΗ, 7

 
ΒΡΗΚΑ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ όλο τρεχούμενα νερά και την κρέμασα
στον τοίχο. Τα μανουάλια της είναι πήλινα και μοιάζουν με τα δάχτυλά μου όταν γράφω. 

Από το πως αστράφτουν τα τζάμια καταλαβαίνω αν πέρασε άγγελος. 
Και συχνά κάθομαι τ' απογέματα έξω
στο πεζούλι και κρατιέμαι στις κακοκαιρίες όπως το γεράνι.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [9]

ΚΥΡΙΑΚΗ, 5 β
                                                                 Το τέλος του Αλέξανδρου

Δίπλωσε τις τέσσερις εποχές κι απόμεινε σαν δέντρο που του σώθηκε ο αέρας. 

Ανακάθισε ύστερα κι έβαλε ήρεμα στο πλάι του τον γκρεμό. 

Από τ' άλλο μέρος άπλωσε προσεχτικά ένα κομμάτι θάλασσας, όλο ριπές γαλάζιες. 

Ώρες πέρασαν ώσπου, κάποια στιγμή, των γυναικών τα μάτια σκαρδαμύσανε.

Τότε μπήκε η Κερά κι αυτός ξεψύχησε.