Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

"ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ" (1925) ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ



Tω αυτώ μηνί Δ΄, μνήμη των Aγίων επτά Παίδων των εν Eφέσω, Mαξιμιλιανού, Eξακουστωδιανού, Iαμβλίχου, Mαρτινιανού, Διονυσίου, Aντωνίνου, και Kωνσταντίνου. 
Tον επτάριθμον τιμώ χορόν Mαρτύρων, Δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κόσμω. Tη δε τετάρτη νεκροέγερτοι ξύνθανον επτά. 
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης εμπνεόμενος από το Συναξάρι της ημέρας έγραψε το παρακάτω ποίημα:

Oι Άγιοι Επτά Παίδες (1925) 
Έμορφα που εκφράζεται το συναξάριον: 
"ενώ δε συνωμίλει ο βασιλεύς" με τους αγίους 
"κ' οι επίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες, 
"ενύσταξαν ολίγο οι άγιοι" 
και τες ψυχές των στον θεό παρέδωσαν. 

Οι Άγιοι Επτά Παίδες της Εφέσου που 
κατέφυγον εις σπήλαιον να κρυφθούν 
από τον διωγμόν των εθνικών, κ' εκεί εκοιμήθησαν - 
και την επαύριον εξύπνησαν. επαύριον γι' αυτούς. 
μα εν τω μεταξύ, είχαν παρέλθει σχεδόν δύο αιώνες. 

ξύπνησε την επαύριον και πήγε 
ένας των, ο Ιάμβλιχος, γιά ν' αγοράσει άρτον, 
κ' είδεν εμπρός του άλλην Έφεσον, 
όλην καθηγιασμένη μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

κ' εχάρηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
και τους ετίμησαν και τους προσκύνησαν οι χριστιανοί - 
κ' ήλθε κι απ' την Κωνσταντινούπολιν ο βασιλεύς, 
ο Θεοδόσιος, ο γιός του Αρκαδίου, 
και τους προσκύνησεν κι αυτός, ως πρέπον, ο ευλαβέστατος. 

και χαίρονταν οι Άγιοι Επτά Παίδες 
σ' αυτό τον κόσμο τον ωραίο, και τον χριστιανικόν, 
τον αγιασμένο μ' εκκλησίες, και σταυρούς. 

μα έλα που ήσαν όλα τόσο διαφορετικά, 
και τόσα είχαν να μάθουν και να πουν, 
(και τέτοια δυνατή χαρά ίσως εξαντλεί κι αυτή) 
που γρήγορα κουράσθηκαν οι Άγιοι Επτά Παίδες, 
από άλλον κόσμο φθάσαντες, από σχεδόν δυό αιώνες πριν, 
και νύσταξαν μες στην συνομιλία - 
και τους αγίους οφθαλμούς των έκλεισαν. 

Σε σχετικό άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας σχολιάζει:
Tο ποίημα αυτό, «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες», περιλαμβάνεται στον τόμο «K. Π. Kαβάφης, Aτελή ποιήματα 1918-1932», που εκδόθηκε με φιλολογική επιμέλεια και σχόλια της Renata Lavagnini (Iκαρος, 1994). H γραφή του ανάγεται στο 1925, έτος κατά το οποίο ο Kαβάφης έγραψε έξι από «κανονικά» ποιήματά του. Θρησκευτικό το θέμα του ατελούς ποιήματος και μάλιστα χριστιανολογικό, όπως προσημαίνει ο τίτλος του κατά συνέπεια, από τα συνομήλικά του με το μόνο με το οποίο θα μπορούσε να συσχετιστεί είναι το «Aπολλώνιος ο Tυανεύς εν Pόδω», και όχι για το καθαυτό περιεχόμενο του «Aπολλωνίου» όσο επειδή μας παραπέμπει αυτόματα στο «Eίγε ετελεύτα» του 1920, στους στίχους του οποίου «ένας από τους λίγους εθνικούς, / τους πολύ λίγους που είχαν μείνει» σε μια εποχή που «η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής», τους «αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν», διαβάζει «Tα εις Tυανέα Aπολλώνιον» του Φιλοστράτου και αναρωτιέται «πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;», ο θαυματοποιός Aπολλώνιος ο Tυανέας που έδρασε τον 1ο αιώνα μ.X., ένα αντίπαλο δέος των Eθνικών στον Iησού των Xριστιανών. 
Για παρόμοιους, θρησκειολογικής τάξεως λόγους, για να δούμε δηλαδή τις εκάστοτε καβαφικές «εφαρμογές» του θέματος «χριστιανισμός-παγανισμός», οι «Aγιοι Eπτά Παίδες» μπορεί να συσχετιστούν, χωρίς να απομακρυνθούμε από το χρονικό (άρα και πνευματικό) περιβάλλον της γέννησής τους, με το «O Iουλιανός εν Nκομηδεία» του 1924, και με το «O Iουλιανός ορών ολιγωρίαν» του 1923 (ας θυμηθούμε και το «ανέκδοτο» «O Iουλιανός εν τοις μυστηρίοις» του 1896, όπου «ο ανόητος» Iουλιανός «επείσθη με των Eλλήνων τα άθεα τα λόγια»), καθώς και το «Iερεύς του Σεραπίου» του 1926). Kαι, σαν αγιολογικό που είναι, δεν μπορεί να μην αντικριστεί το ποίημα αυτό με το ποίημα «Συμεών», ένα «εγκώμιο» του Στυλίτη αγίου, και μάλιστα από τη σκοπιά ενός εθνικού που ομολογεί: «Xώθηκα ανάμεσα στους Xριστιανούς / που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν, / και προσκυνούσαν· πλην μη όντας Xριστιανός / την ψυχική γαλήνη των δεν είχα / κι έτρεμε ολόκληρος και υπόφερνα· / κ’ έφριττα και ταράττομουν, και παθαινόμουν». 
«Tο ενδιαφέρον για τους χριστιανούς αγίους ανήκει στον θρησκευτικό προβληματισμό, ειδικά έντονο στον πρώτο Kαβάφη», σημειώνει η Λαβανίνι, παραπέμποντας και στις σκέψεις που διατυπώνει η Diana Haas στο κείμενό της «“Aι αρχαί του χριστιανισμού”: ένα θεματικό κεφάλαιο του Kαβάφη» (βλ. «Eισαγωγή στην ποίηση του Kαβάφη. Eπιλογή κριτικών κειμένων», επιμ. Mιχάλης Πιερής, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, 1994). «Oι Aγιοι Eπτά Παίδες» αποτελούν ένα επιπλέον μαρτύριο της διαρκούς θεολογίας του Kαβάφη, η οποία του επέτρεψε να σκεφτεί βαθύτερα την ιστορία και, διά της ταλαντεύσεώς του ανάμεσα σε δύο πόλους, να αποφύγει την ευθύγραμμη ευκολία. Στο συγκεκριμένο ποίημα φαίνεται ότι ο Kαβάφης, που αντιγράφει προσεκτικά και σχεδόν καταλογάδην τον Συναξαριστή, προσυπογράφει την ιδέα της αναστάσεως των νεκρών, και ότι ο δαίμων της αμφιβολίας αυτοτιθασεύεται, από κοινού όμως με την ευρετική φωνή της ποιήσεως. Iσως γι’ αυτό ακριβώς να έκρινε και ο ίδιος το ποίημά του ανάξιο δημοσίευσης, μη εμπιστευόμενος την αντιγραφική του αμεσότητα και την «αφελή» προφάνειά του (μια προφάνεια, εν τούτοις, που σε πολλά άλλα ποιήματά του συνιστά το μείζον δέλεαρ, την κυριολεκτικώς ειπείν σαγήνη). 
Ο Παντελής Μπουκάλας παραθέτει στο σημείο αυτό το Καβαφικό ποίημα και σχολιάζει: 
Aπό τον ύπνο στον ύπνο, από την «κοίμηση» στον θάνατο. Σχεδόν αδιάφοροι για τα εγκόσμια οι άγιοι και, παραδόξως, αδιάφοροι για τον θριαμβεύοντα χριστιανισμό. Δεν μπορούμε να ξέρουμε προς τα πού θα οδηγούσε το ποίημα ο Kαβάφης αν συνέχιζε να παλεύει μαζί του για να το τελειώσει. Aριστος αρχαιογνώστης όπως ήταν, ίσως έβρισκε τρόπο να συσχετίσει (ειρωνικά;) τον μακρότατο ύπνο των Παίδων με τον μακρό ύπνο του Eπιμενίδη από την Kνωσό, σοφού και προφήτη που κατά τον θρύλο κοιμήθηκε κι αυτός επί πενήντα επτά χρόνια, σε σπήλαιο επίσης («ούτός ποτε πεμφθείς παρά του πατρός εις αγρόν επί πρόβατον, της οδού κατά μεσημβρίαν εκκλίνας υπ’ άντρω τινί κατεκοιμήθη επτά και πεντήκοντα έτη. Διαναστάς δε μετά ταύτα εζήτει το πρόβατον, νομίζων επ’ ολίγον κεκοιμήσθαι», γράφει ο Διογένης Λαέρτιος στο δικό του συναξάρι). 
Eιρωνεία της ιστορίας 
Kι αν δεν συσχέτιζε τον άγιο Iάμβλιχο με τον ομώνυμο μυθιστοριογράφο του 2ου αιώνα μ.X., στα «Bαβυλωνιακά» τού οποίου δεν λείπουν οι σχέσεις με τον Kάτω Kόσμο μέσα σε σπηλιές, δεν θα μπορούσε να μη θαυμάσει, είρων αυτός, την ειρωνεία της ιστορίας, φέρνοντας στον νου του έναν άλλον Iάμβλιχο, πολύ διασημότερο, τον «αποκρυφιστή» φιλόσοφο του 3ου/4ου αι. μ.X., ενθουσιώδης οπαδός του οποίου υπήρξε ο σημαδιακός εκείνος Iουλιανός. Iσως πάλι, για να συνεχίσουμε να αυθαιρετούμε, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την άριστη ευκαιρία για να παρουσιάσει (διά χειρός των «αυτοπτών» αναστηθέντων) ένα σκαρίφημα του άλλου κόσμου, για το «μετέπειτα»· οπότε πώς θα το εικόνιζε; Xριστιανικό ή «παγανιστικό», όπως οι αρχαίοι κι όπως το δημοτικό τραγούδι, που πολύ το αγαπούσε; Eδώ ακριβώς είναι ο κόμπος, στην ακοίμητη σύγκρουση της πίστης με την επιφύλαξη, της αποδοχής με τη μελαγχολική αμφιβολία, στον νου ενός ποιητή που, όπως και ο Σύρος σπουδαστής Mυρτίας του ποιήματός του «Tα επικίνδυνα», υπήρξε «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων».

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Γιάννης Ρίτσος, Ποιητές

Στὸν Κώστα ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ


Ὤ, δὲ χωρεῖ καμία ἀμφισβήτηση, ποιητὲς
εἴμαστ᾿ ἐμεῖς μὲ κυματίζουσα τὴν κόμη
-- ἔμβλημ᾿ ἀρχαῖο καλλιτεχνῶν -- καὶ χτυπητὲς
μάθαμε φράσεις ν᾿ ἀραδιάζουμε κι ἀκόμη

μιὰ εὐαισθησία μας συνοδεύει ὑστερική,
ποῦ μας πικραίνει ἕνα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριὰ ἕνα σύννεφο μαβί. Χιμαιρικὴ
τὴ ζωή μας λέμε καὶ δὲν ἔχουμ᾿ ἕνα φίλο.

Μένουμε πάντα σιωπηλοὶ καὶ μοναχοί,
ὅμως περήφανα στὰ βάθη μας κρατοῦμε
τὸ μυστικό μας θησαυρό, κι ὅταν ἠχεῖ
ἡ βραδινὴ καμπάνα ἀνήσυχα σκιρτοῦμε.

Θεωροῦμε ἀνίδεους, ἀνάξιους κι εὐτελεῖς
γύρω μας ὅλους, κι ἀπαξιοῦμε μιὰ ματιά μας
σ᾿ αὐτοὺς νὰ ρίξουμε, κι ἡ νέα ξανὰ σελὶς
τὸ θρῆνο δέχεται τοῦ ἀνούσιου ἔρωτά μας.

Ἀναμασᾶμε κάθε μέρα τὰ παλιὰ
χιλιοειπωμένα αἰσθήματά μας· ἐξηγοῦμε
τὸ τάλαντό μας: «κελαηδοῦμε σὰν πουλιά»·
τὴν ἀσχολία μας τόσ᾿ ὡραῖα δικαιολογοῦμε.

Γιὰ μᾶς ὁ κόσμος ὅλος μόνο εἴμαστ᾿ ἐμεῖς,
καὶ τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ἕνα τοῖχο.
Μ᾿ ἔπαρση ἐκφράζουμε τὰ πάθη τῆς στιγμῆς
σ᾿ ἕναν -- μὲ δίχως χασμωδίες -- μουσικὸ στίχο.

Γύρω μας κι ἄλλοι κι ἂν πονοῦν κι ἂν δυστυχοῦν,
κι ἂν τοὺς λυγίζει, ἂν τοὺς φλογίζει ἡ ἀδικία -
ὤ, τέτοια θέματα πεζὰ ν᾿ ἀνησυχοῦν
τοὺς ἀστρικούς μας στοχασμούς, εἶναι βλακεία.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Elizabeth Coatsworth (1893-1986), Summer Rain

What could be lovelier than to hear the summer rain
Cutting across the heat, as scythes cutting across grain?
Falling upon the steaming roof with sweet uproar,
Tapping and rapping wildly at the door?
No, do not lift the latch, but through the pane
We'll stand and watch the circus pageant
Of the rain,
And see the lightening, like a tiger, striped and dread,
And hear the thunder cross the shaken sky
With elephant tread.

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Κ.Π.Καβάφης, Θεόφιλος Παλαιολόγος

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι αλίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.
Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».

A Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο,
πόσον καημό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
οι τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Α. Σικελιανός, Γιατί βαθιά μου δόξασα

Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
να που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου...

Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός,
νά τώρα που, ή καλοκαιριά τριγύρα μου είτε μπόρα,
λάμπ' η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα,
βρέχει απ' τα βάθη τ' ουρανού και μέσα μου ο καρπός!...

Γιατί δεν είπα: «εδώ η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει...»
μα «αν είν' η μέρα βροχερή, σέρνει πιο πλούσιο φως...
μα κι ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,
τι ο ζωντανός παλμός της γης που πλάθει είναι κρυφός...»
νά που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
νά που ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!...

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Κ.Π.Καβάφης, Από υαλί χρωματιστό

Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια
στην στέψιν, εν Βλαχέρναις, του Ιωάννη Καντακουζηνού
και της Ειρήνης Aνδρονίκου Aσάν.
Όπως δεν είχαν παρά λίγους πολυτίμους λίθους
(του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς.  Ένα σωρό κομμάτια από υαλί,
κόκκινα, πράσινα ή γαλάζια. Τίποτε
το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές
δεν έχουν κατ’ εμέ τα κομματάκια αυτά
από υαλί χρωματιστό. Μοιάζουνε τουναντίον
σαν μια διαμαρτυρία θλιβερή
κατά της άδικης κακομοιριάς των στεφομένων.
Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των ένας Κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός,
μια Κυρία Ειρήνη Aνδρονίκου Aσάν.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [τελευταία ανάρτηση]

ΔΕΥΤΕΡΑ, 4 Μ 

ΔΥΟ ΠΟΝΤΟΥΣ πάνω από το έδαφος
έβλεπες, έστεκε το σπίτι κι έλαμπε σαν διαμαντικό

Πιο χαμηλά, μια λίμνη όλο άχνες ροζ

Ύστερα το Άγνωστο από συμπαγές άκαυστο φώσφορο
και πάρα πίσω «η Χώρα» που λεν «των Λωτοφάγων».


Έχω κάνει εργάτης εδώ σ' αυτά τα μέρη
χρόνους πολλούς κι απόμεινα με καμένα τα δάχτυλα
πάνω στην ώρα που ήθελα λιγάκι ακόμη
να δω από πέρα πως ανθίζουν τα νερά
και πως ανοίγουν, σιγοπερπατώντας, την ουρά 

             οι Παράδεισοι. 

ΔΕΥΤΕΡΑ, 4 Μ β

ΑΠΑΛΟΙ ΚΟΚΚΙΝΟΙ ΛΟΦΟΙ ακριβώς όπως μες στη ζωή μου.

Είναι τόση η ομοιότητα, που δεν ξέρω αν είναι αληθινή κείνη η
λευκή οπτασία του νέου που περνάει, κρατώντας ένα μικρό καράβι,
τους αιθέρες και μόλις αγγίζει τις κορυφές, ή απλώς εγώ έχω τόσο
πολύ αποξενωθεί από τις συγκινήσεις, που ξαναβρίσκει ο εξωτερικός 
κόσμος την ισορροπία του και την ομαλή του διάταξη. 

ΠΕΜΠΤΗ, 7 Μ

ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥ να μη σκέπτομαι τίποτα και να μη συγκινούμαι από τιποτα, ξεθάρρεψε ο χρόνος και μ' απόλυσε καταμεσής του Κρητικού πελάγους.
 
Έγινα χιλιάδων ετών και ήδη χρησιμοποιώ τη μινωική γραφή με
τόση άνεση που ο κόσμος απορεί και πιστεύει στο θαύμα. 


Το ευτύχημα είναι ότι δεν καταφέρνει να με διαβάσει.


-Όλα χάνονται. Του καθενός έρχεται η ώρα.

-Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [26]

ΣΑΒΒΑΤΟ, 2 Μ
 
ΠΕΦΤΟΝΤΑΣ Η ΖΩΗ ΜΟΥ (ένα κομμάτι ελάχιστο από τη ζωή μου) πάνω
στη ζωή των άλλων, αφήνει μια τρύπα.



Μπορεί κανείς, εφαρμόζοντας το μάτι του εκεί, να βλέπει στο διηνεκές μια σκούρα θάλασσα κι ένα κορίτσι στ' άσπρα να ίπταται απ' αριστερά δεξιά, και να χάνεται στον αέρα.

ΚΥΡΙΑΚΗ, 3 Μ

ΚΑΠΟΙΑ ΚΑΤΑΠΑΚΤΗ θ' άνοιξε. Πάνε κι έρχονται πλήθη αλλοφύλων με καπέλα πολυγωνικά κι αμφιέσεις ποδήρεις.

Ξάφνου ακούγεται η φωνή μου (αλλ' εγώ δεν μιλώ): ε σεις ωραίες
μου Ρωμαίες la luce onde s' infiora vostra sustanza rimarà con voi etternalmente sì com' ell' è ora?

Κι ύστερ' από κάμποση ώρα, σαν ηχώ, η απόκριση: tu non se' in terra, sì come tu credi...tu non se' in terra...tu non se' in terra...

Οπόταν άρχισαν από πέρα ν' ακούγονται στροφές αλυσίδας, κι οι αιχμές ενός μεγάλου, άγνωστου, περιστρεφόμενου Ζωδιακού να με
περισφίγγουν


Τα βουνά, στο βάθος, πήραν σιγά σιγά να διαλύονται και ν' ανεβαίνουν σαν αναμνήσεις.

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [25]

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 

 
ΚΑΘΑΡΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΕΡΑ. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.

Σου 'ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.
                            
ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 β
                                                  Ασμάτιον
ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ ΚΟΡΗ ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου 'δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή
    μυρωδιά 

Μεθαύριο θα 'ρθουν τ' άλλα πουλιά
θα 'ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου    καρδία.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [24]

 Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 
  
ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗ ΧΘΕΣΙΝΗ αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μού κυκλοφοράει τα μυστικά 

Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν' αδειάσει τον κουβά με τ' απορρίμματά μου
-της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια-
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος. 

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 β 

ΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ της θάλασσας το μαύρο 
      εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο 

Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ' Άπιαστα 

Όπως εγώ προχθές του αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήγα να παραβγώ μ' αλόγατα όρθια και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ' τη γης, η ερωτοπαθής ψυχή μου.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [23]

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23

ΜΕΡΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού

 
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη

Τα χωματένια πόδια μου    άλλοτε

(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει να ήμουν)

Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε

Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23 β

ΣΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
εωσότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.


Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας


Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.
                           
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24

ΣΑΝ ΝΑ ΜΟΝΟΛΟΓΩ, σωπαίνω.

Ίσως και να 'μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής


Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ' αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.

                            
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24 β
                                                            Αντίς για όνειρο


ΠΕΝΘΙΜΟΣ ΠΡΑΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ μες στο λιβάνι 
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.

Σαν να 'μαι λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ'
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [22]

Μ.ΔΕΥΤΕΡΑ, 20 
 
ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.

Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.
                            
Μ. ΤΡΙΤΗ, 21 

ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο. 

Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ' ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της
κρεμασμένο στο στήθος. 


Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα. 

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω, γιατί λιποθύμησα. 


Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ, 22 

ΟΛΟΕΝΑ ΟΙ ΚΑΚΤΟΙ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται
σαν να 'ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο
μαύρος όγκος που σαλεύει 


Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός

Και τώρα μαύρος αιώνας.

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [21]

ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 


ΓΑΛΗΝΗ ΣΑΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ που λείπουνε όλοι σ' ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα. 

Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
Βοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.

                            
ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 β

ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ μεγάλωσε κι έφραξε το λιμάνι. Καμιά κίνηση στα καταστρώματα. Ίσως να μεταφέρει τα καινούρια μεσάνυχτα, συμπαγή και συσκευασμένα. Ίσως και μια μόνο ψυχή, λεπτή σαν καπνό και αναγνωρίσιμη από την οσμή του καμένου. 

Όπως και να 'ναι, υπάρχουν πολλά ζώα που δεν έσωσε ακόμη να βγουν από την Κιβωτό και δείχνουν αδημονία. Ως και το πλήθος που κατακλύζει το μουράγιο και ρίχνει ανήσυχα βλέμματα, σιγά σιγά συνειδητοποιεί ότι το παν εξαρτάται από μια στιγμή - 

τη στιγμή ακριβώς που, μόλις πας να την αδράξεις, χάνεται.
                           
ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 γ 

ΑΣΠΡΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ τ' ουρανού μέσα στη νύχτα πάω μ' από κοντά τον σκύλο της σελήνης μου. 

 Κάποιος άγνωστος Γαβριήλ μου κάνει νοήματα
-Σύμφωνοι, θα πεθάνουμε όλοι μας· άλλα προς τι;

Ψηλά κοιτάω σαν άστρο το βορινό παράθυρο
που το ξεχάσανε ανοιχτό και μ' αναμμένο φως.


Οι άλλοι κοιμούνται ή προσωρινά ή αιώνια
ύπτιοι, με το πρόσωπο ακάλυπτο στον ουρανό.


Πάω μ' από κοντά τις μετρημένες μέρες μου
-Σύμφωνοι, ναι· αλλ' η ζωή αυτή δεν έχει τέλος...

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [21]

ΣΑΒΒΑΤΟ, 18
 
ΑΚΟΜΗ ΒΡΕΧΕΙ. Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει. Κι αιωνίως θα κυκλοφορώ με μιαν ομπρέλα ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ γεμάτη
ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία.

                            
ΣΑΒΒΑΤΟ, 18 β
ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΤΡΥΦΕΡΑΔΑΣ τ' ουρανού μετά που εβρόντησε και ξεκινά ο σαλίγκαρος.
Κομμάτια σπίτια που επιπλέουν, μπαλκόνια με μπροστά το κοντάρι τους, ο αέρας. 

Γεγονός είναι ο θάνατος που επίκειται φορτωμένος κάτι ευτυχίες παλιές κι εκείνη την πολύ γνωστή (που λευκάνθηκε στις άγριες ερημιές) απελπισία.
                            
ΣΑΒΒΑΤΟ, 18 γ
ΚΑΘΟΜΑΙ ΩΡΕΣ και κοιτάζω το νερό στις πλάκες ώσπου, τέλος, γίνεται πρόσωπο που μου μοιάζει και φέγγει απ' όλη την περασμένη μου ζωή.

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [20]

ΠΕΜΠΤΗ, 16
 
Σ' ΟΛΟΥΣ ΤΟ ΨΙΛΟΒΡΟΧΟ κάτι λέει. Σ' εμένα τίποτα. Σφάλισα τα τζάμια κι άρχισα να καλώ αλφαβητικά: τον Άγγελο της Αστυπάλαιας·
τη Βρισηίδα· τα Γαυγάμηλα· τον δούλο του Κριναγόρα· τον Ελλήσποντο· τα Ζαγόρια· τον Ηλία τον Προφήτη· τον Θεόδωρο νεομάρτυρα Μυτιλήνης· την Ισσό· τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο· τη Λαΐδα· τον μαστρ'- Αντώνη· τον Νικία· την ξέρα της Αγίας Πελαγίας· τον Όμηρο (μαζί με ολόκληρη την Ιλιάδα του)· τους Πελασγούς· τη Ρωξάννη· τη Σθενελαΐδα· τα Ταταύλα· τον Ίβυκο (ερωτομανέστατο)· τη Φαιστό· τις Χοηφόρες· τα Ψαρά· και τον Ωριγένη.

 
Ξημερώθηκα έχοντας διατρέξει την ιστορία του θανάτου της Ιστορίας ή μάλλον την ιστορία της Ιστορίας του Θανάτου (και αυτό δεν
είναι λογοπαίγνιο).

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [19]

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 
 
ΠΡΟΧΩΡΩ ΜΕΣ' ΑΠΟ ΠΕΤΡΙΝΑ κεριά και γυναίκες που κρατάν μισοφέγγαρα. 
 Ο Θεός λείπει. Αυτός ο κήπος δεν έχει τέλος και κανείς
δεν ξέρει τι τον περιμένει. 


Κάθε όνομα φέγγει για λίγο μες στα σκοτεινά κι υστέρα σβήνει και χάνεται. 

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 β 

ΑΝΟΙΓΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ του κήπου κι έβλεπες τα μαλλιά της να φεύγουν
αριστερά. Ύστερα μετατοπιζότανε πάνω στο τέμπλο, λυπημένη,
κρατώντας στην αγκαλιά της πολλές μικρές άσπρες φλόγες. 


Ήταν μια εποχή γεμάτη επαναστάσεις, ξεσηκωμούς, αίματα. Θα 'λεγες ότι μόνη αυτή συντηρούσε τη διάρκεια των πραγμάτων από
μακριά. 


Όμως από κοντά ήταν απλώς μια ωραία γυναίκα που μύριζε κήπο. 

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 γ 

ΑΝΕΒΑΙΝΩ ΤΟ ΜΑΛΑΚΟ χώμα της, φτάνω στην κορυφή και δένω τα
μαλλιά της πίσω με κλώνους.


Ύστερα κάνω το σταυρό μου.

Τότε χτυπά η καμπάνα και στα βλέφαρα της εμφανίζεται το πρώτο
εφετινό δάκρυ.


Θα μπορούσε να 'ναι κάτι υπέροχο.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [18]

ΚΥΡΙΑΚΗ, 12
                                                                          Μνήμη του Μεμά 


Κατέβηκα στον περίβολο με τις τριανταφυλλιές πλάκες, τ' αγριόχορτα και την πυροστιά στη μέση αναμμένη σαν σε θυσία. 

Εντελώς άξαφνα φάνηκε στον αέρα μια βοϊδοκεφαλή ανθοστόλιστη, που πάλι, μεμιάς, εχάθη. 

Θα 'κανε λάθος αιώνα. 

Ύστερα φάνηκε το φορτηγό με τα χρειώδη της Μονής κι ο πάτερ Ισίδωρος κρατώντας το πιατέλο με τα κόλλυβα.

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [17]

ΣΑΒΒΑΤΟ, 11 

ΒΓΗΚΑ ΓΙΑ ΝΕΕΣ πληγές
πάνω από τις παλαιές να επιπλέουν σαν νούφαρα 

(Στην αρχαία εκείνη θάλασσα που εγνώριζα

Τώρα θα 'χει βουλιάξει ο κόσμος
με τα δύο του λοξά κατάρτια έξω απ' το νερό

Κι εγώ, σαν να 'μαι αληθινός, θα γράφω ακόμη).

ΣΑΒΒΑΤΟ, 11 β 

ΣΤΑΜΑΤΗΜΕΝΟΣ ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ μες στον ύπνο
σαν παλαιό αυτοκίνητο με χαλασμένα φώτα
έλαχε μες στα σκοτεινά πάλι να πιάσω
κινήσεις των ανθρώπων τόσο ακατανόητες
όσο κι εκείνες που 'βλεπα γύρω μου
χρόνους και χρόνους μιαν ολόκληρη ζωή:
«Το μυστήριο της μαυροφόρας» αίφνης ή
«Τον βουβό με την κερένια κούκλα»
«Τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας» εάν όχι
και - σε πρώτη προβολή - «Το φιλί του θανάτου».

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου [16]

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10
 
ΟΛΟΕΝΑ ΣΦΥΡΙΖΕ ο αέρας κι ολοένα σκοτείνιαζε κι ολοένα έφτανε η μακρινή φωνή στ' αυτιά μου: «μια ζωή ολόκληρη...» «μια ζωή ολόκληρη...».

Στον αντικρινό τοίχο οι σκιές των δέντρων παίζανε κινηματογράφο.
  
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10 β

ΚΑΠΟΥ, ΦΑΙΝΕΤΑΙ, θα διασκεδάζουν μόλο που δεν υπάρχουν διόλου σπίτια ή άνθρωποι ακούω κιθάρες κι άλλα γέλια που δεν είναι σιμά 

Μπορεί και μακριά πολύ μέσα στων ουρανών τ' αποκαΐδια την Ανδρομέδα, την Άρκτο ή την Παρθένο...

Άραγες να 'ναι η μοναξιά σ' όλους τους κόσμους η ίδια;

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10 γ

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ μετακινείται το δωμάτιο μου σ' όλη τη γειτονιά και φέγγει σαν σμαράγδι. Κάποιος μέσα του ψάχνει - κι η αλήθεια ολοένα του ξεφεύγει. Που να το φανταστεί ότι αυτή βρίσκεται πιο χαμηλά

Πολύ πιο χαμηλά

Ότι έχει ο θάνατος την δικιά του Ερυθρά θάλασσα.