Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας

Στις 20 Οκτώβριου 1932 κυκλοφόρησε σε 50 αριθμημένα εκτός εμπορίου αντίτυπα η Στέρνα του Γ. Σεφέρη. Επειδή ο ποιητής υπηρετούσε στο Λονδίνο, την επιμέλεια της έκδοσης ανέλαβε ο Κατσίμπαλης. Στην αλληλογραφία των δυο ανδρών («Αγαπητέ μου Γιώργο» Αλληλογραφία (1924-1970), επιμ. Δ. Δασκαλόπουλος, Ίκαρος 2009) μας διασώζονται οι σχετικές συνεννοήσεις (το χαρτί που θα χρησιμοποιηθεί, το δέσιμο, το αν θα υπάρχει εξώφυλλο και τι θα αναγράφει κτλ), αλλά κι έναν άκρως ενδιαφέροντα διάλογο για το ίδιο το ποίημα, η οποία εύκολα ξεστράτισε σε συζήτηση για το νόημα της Ελληνικότητας, το χρέος των ποιητών και, βεβαίως, τη σχέση της Ελλάδας με την Δύση (και την Ανατολή κατ’ επέκταση) –τα αιώνια δηλαδή ερωτήματα που απασχολούν κάθε γενιά από το 1204 και δώθε και στα οποία ο καθένας μας πρέπει να δώσει μια κάποια απάντηση για να μπορέσει να πορευτεί. Η Στέρνα, με το ύφος, τον ρυθμό και την μορφή της ξένισε. Με εξαίρεση τον Γ. Αποστολίδη (στον οποίο είναι αφιερωμένη), που τη θεωρεί αριστούργημα, οι υπόλοιποι της παρέας στέκουν αμήχανοι στην καλλίτερη περίπτωση απέναντί της. Στη χειρότερη, απολύτως αρνητικοί –σε αυτή την κατηγορία ανήκει και ο επιμελητής της έκδοσης, ο Γ. Κατσίμπαλης,«Γιώργο, θαρρώ πως μας επρόδωσες και πως σ’ έφαγε κι εσένα η Φραγκιά», δηλώνει ορθά-κοφτά στην επιστολή 8ηςΟκτωβρίου, που απευθύνει στον Σεφέρη.  Και συνεχίζει:«Παράτησε τον (δήθεν) άνθρωπο του αιώνα σου και κοίταξε να εκφράσεις κάτι από τον τόπο σου κι από τη φύση του, που είναι και δική σου φύση –όπως τουλάχιστο το πιστέψαμε εμείς κάποτε, όσοι περιμέναμε κάτι από σένα».Σημειώνει δε με τον ορμητικό τρόπο που τον χαρακτήριζε:«Παρόλα τα συγκλονιστικά γεγονότα της Χαλκιδικής (χωρίς καλαμπούρι), των εκλογών, της κρίσης κλπ. απολαμβάνω  και χαίρομαι αυτό το πανηγύρι τούτο του Θεού συνεπαρμένος από μια ακράτητη έκσταση (…) Γυρίζοντας κάθε μέρα σπίτι, μέσα στα «κατάλαμπρα» αυτά μεσημέρια, κάτω από τα «καταγάλανα» ουράνια, συναντώ (λίγο παρακάτω από του Παπουτσάκη) στο δρόμου μου μια… στέρνα, μ’ ένα σκέπασμα από τσιμέντο κι ένα τετράγωνο ανοιγματάκι στη μέση του, που αφήνει να φαίνεται το σκοτεινό νερό της. (…) Τι αντίθεση και τι ασχήμια αυτή η στέρνα μέσα στο φωτεινό κι υπέρλαμπρο πανηγύρι που μας περιστοιχίζει! Ως πότε θα τ’ αγνοούμε το πανηγύρι αυτό και θα καταφεύγουμε στις σκοταδερές στέρνες να βυθίζουμε την ψυχή και τη νιότη μας, αντί να την υψώνουμε υπέρλαμπρο ολοκαύτωμα πάνω σ’ ένα κορφοβούνι κάτω από τον πυρακτωμένον ήλιο;»Η επιστολή του Κατσίμπαλη, όπως παρατηρεί ο βιογράφος του Σεφέρη, Ρ. Μπήτον (Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον άγγελο, Ωκεανίδα 2003), καταλήγει να είναι μια «εκπληκτική πραγματεία, όπου οι επιφυλάξεις του για τη Στέρνα λειτουργούν ως καταλύτης για μια σειρά από παθιασμένα αιτήματα, τα οποία θα έχουν μακροχρόνιο αντίκτυπο όχι μόνον στην εξέλιξη του Γιώργου ως ποιητή, αλλά και σε ολόκληρο το λογοτεχνικό κίνημα της Ελλάδας, το οποίο σύντομα θα γίνει γνωστό ως η “Γενιά του Τριάντα”».Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό η μεταγενέστερη ποίηση του Σεφέρη επηρεάστηκε από τις ιδέες αυτές του ισόβιου φίλου και συνομιλητή του, πάντως σε εκείνη την περίσταση, δεν ήταν διατεθειμένος να ακολουθήσει το παράδειγμά του και να ξεχάσει τα «συγκλονιστικά γεγονότα» που συνέβαιναν στον ίδιο και τον κόσμο και να παραδοθεί σε μια έκσταση.Η απάντησή του, που γράφτηκε 2 μέρες αργότερα, έχει έντονο απολογητικό χαρακτήρα. Αναφέρεται στη μέχρι τότε ζωή του – είναι μια από τις σπάνιες φορές που αναθυμάται το σπίτι του στη Σμύρνη και σημειώνει πως αν δεν είχε μεσολαβήσει ο Ξεριζωμός «ίσως να ήταν τα πράγματα κάπως διαφορετικά, χειρότερα ή καλλίτερα ποιος ξέρει;»Απαντάει στον Κατσίμπαλη πρώτα με τον τρόπο του –αντιπαρατάσσει στην ορμή και το πάθος του μαγκουροφόρου τον βαθύ και φαινομενικά αργό στοχασμό και στις ιδέες του, που αναγκαστικά, όπως όλες οι ιδέες καταλήγουν μονόπαντες, την περιπλοκότητα της ζωής. Αυτό είναι το νόημα της φράσης του, όταν λέει:«Όσα μου λες είναι σωστά. Είναι όμως και άδικα για μένα.»Μια απόφανση μπορεί σωστή και άδικη μαζί, δίψυχη, να συναμφοτερίζει, όπως η ζωή και οι άνθρωποι –άλλωστε κι η Στέρνα για την διπλή φύση του έρωτα, της ηδονής και του θανάτου, μιλάει.Δεν θα παρασυρθώ περισσότερο σχολιάζοντας την σεφερική επιστολή –έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς αυτοβιογραφούμενος ο Σεφέρης τοποθετεί τον εαυτό του στη χορεία των μεγάλων ποιητών της σύγχρονης Ελλάδας, που είναι Έλληνες και ξένοι ταυτόχρονα (πάλι διφυσεία έχουμε εδώ).Θα περιοριστώ στην άμεση απάντηση που έδωσε στον Κατσίμπαλη. Του γράφει:«Το δύσκολο δεν είναι να υψωθούμε προς το “υπέρλαμπρο πανηγύρι”, το δύσκολο είναι να λυτρωθούμε από την τραγική μας μοίρα, και ο αγώνας αυτός θα φάει, καθώς το φοβούμαι, πολλές γενιές ανθρώπων, αν υπάρξουν τόσοι πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα».Είναι σαφές: Από το έξω φως, ο Σεφέρης προτιμά το μέσα σκοτάδι. Από την ανέμελη έκσταση, την οδυνηρή επαφή με την πραγματικότητα. Από την ύψωση στα κορφοβούνια, που προϋποθέτει λησμονιά της πραγματικότητας, μέσα καταβύθιση.Και κάτι ακόμα:Μας λέει ο Σεφέρης, πως αν το «υπέρλαμπρο πανηγύρι», είναι ατομικό προνόμιο και δυνατότητα του καθενός από μας, η λύτρωση από την «τραγική μας μοίρα» είναι συλλογικό κατόρθωμα – έργο πολλών γενεών και πολλών ανθρώπων, που θα εργαστούν έχοντας αυτό τον στόχο.Διαβάζοντας αυτά τα λόγια σκέφτομαι ότι χάσαμε μια ολόκληρη γενιά, 30 μεταπολιτευτικά χρόνια, όχι στο υπέρλαμπρο πανηγύρι, αλλά την ιλουστρασιόν αποχαύνωση. Χάσαμε μια ολόκληρη γενιά κι αποκτήσαμε αναπηρίες που πριν δεν είχαμε.Τουλάχιστον, ας υπάρξουν στην Ελλάδα όσοι άνθρωποι χρειάζονται για να ξεφύγουμε από την τραγική μας μοίρα. Θα είναι κρίμα να χαθούμε έτσι…

πηγή: http://fvasileiou.wordpress.com/2013/09/07/cterna/

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Μάνος Κοντολέων: Περί διδακτισμού και πωλήσεων – μια ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στον Ισίδωρο Ζουργό και σ’ εμένα

Με τον Ισίδωρο Ζουργό μας συνδέει μια αληθινή φιλία. Εκτιμώ το έργο του και μάλιστα θα έλεγα πως είμαι από  τους πρώτους που στάθηκαν δίπλα του και υποστήριξαν τα πρώτα του βήματα.
Μου αρέσει όχι μόνο να διαβάζω τα βιβλία του, αλλά και να συζητώ μαζί του. Ο Ισίδωρος θέλει τα συγγραφικά του οράματα να τα βλέπει να υπάρχουν και μέσα στην καθημερινότητά του. Κάτι αντίστοιχο μου αρέσει και μένα. Λογικό είναι, λοιπόν, να έχουμε μια σχέση όχι μόνο στενή, μα και ουσιαστική.
Οι σκέψεις που ακολουθούν και οι οποίες θα διατυπώσουν κάποιες διαφωνίες μου σε δυο σημεία που σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ζουργός κατέθεσε, θα ήθελα να διαβαστούν ως μια αφορμή ανταλλαγής απόψεων σε ζητήματα της λογοτεχνίας ανάμεσα σε δυο συγγραφείς που αν και θαυμάζει ο ένας τον άλλον, συχνά χρησιμοποιούν διαφορετικές παραμέτρους στην αξιολόγηση των λογοτεχνικών έργων, αλλά και στη συγγραφή των δικών τους.
Στην ηλεκτρονική διεύθυνση, λοιπόν, http://www.protagon.gr , οι συνεργάτες αυτού του διαδικτυακού περιοδικού  Κώστας Δρουγαλάς και Διονύσης Ζαρώτης, ζήτησαν από τον Ισίδωρο Ζουργό να απαντήσει, μεταξύ άλλων  και στην παρακάτω ερώτηση:

Το μυθιστόρημα και πόσο μάλλον το παιδικό βιβλίο θέτουν πρότυπα; Μπορεί να επηρεάσουν τη στάση και τη συμπεριφορά ενός νέου ανθρώπου; Και αν ένα βιβλίο μπορεί να επηρεάσει ένα νέο, πώς φαντάζεστε αυτή την επίδραση;

Ο Ζουργός έδωσε την εξής απάντηση:

Αν μιλάμε με όρους παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, υπάρχει αναπόφευκτα μια παιδευτική και διδακτική διάσταση, είναι κάτι το οποίο το συμμερίζομαι και ως δάσκαλος. Ούτως ή άλλως υπάρχει μίμηση προτύπων, διότι υπάρχουν πάρα πολλοί σημαντικοί χάρτινοι ήρωες που επηρεάζουν τα παιδιά. Αν πάμε όμως στη λογοτεχνία των ενηλίκων, όπου δεν υπάρχουν οι περιορισμοί της ηλικίας, νομίζω πως η παιδευτική και η διδακτική διάσταση τοποθετούνται σε άλλες βάσεις. Η περίπτωση της παιδικής λογοτεχνίας είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση. Σε ό,τι αφορά το μυθιστόρημα ενηλίκων, τα πρότυπα μπορεί να υπάρχουν, γιατί όχι; Ο διδακτισμός όχι. Ο διδακτισμός και η τέχνη είναι λάδι και νερό: δεν πάνε ποτέ μαζί.
Θα συμφωνήσω μαζί του πως διδακτισμός και τέχνη είναι λάδι και νερό: δεν πάνε ποτέ μαζί. Μόνο που εγώ σε αυτό το ‘ποτέ’ δεν βάζω όρια ανάμεσα στα είδη της λογοτεχνίας και πιο συγκεκριμένα ανάμεσα στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους και σε αυτήν για ενήλικες αναγνώστες.
Μια ιστορία για παιδιά που θέλει να διδάξει δεν είναι λογοτεχνία. Οι λογοτεχνικές ιστορίες μπορεί να ενημερώνουν, μα κυρίως ευαισθητοποιούν. Προσπαθούν να κατανοήσουν τις πράξεις των ανθρώπων και να τις ερμηνεύσουν. Και αυτήν την κατανόηση και την ερμηνεία την μεταδίδουν στον αναγνώστη τους.
Την ηλικιακή ταυτότητα των αναγνωστών προς τους οποίους απευθύνονται  δεν πρέπει να τη δίνουν τα ίδια τα κείμενα, αλλά οι αναγνώστες τους.
Οι αναγνώστες διαχωρίζονται με βάση τα ενδιαφέροντά τους, τις γνώσεις τους, τις ψυχολογικές και συναισθηματικές ανάγκες τους, τις εμπειρίες τους, την κοινωνική τους τάξη.
Αυτή η θέση, στην χώρα μας εμφανίστηκε αμέσως μετά την δικτατορία (ίσως και με κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις και λίγο πιο πριν) και μέσα στη δεκαετία του ’80 εδραιώθηκε. Τότε ήταν που εμφανίστηκαν και με το ήθος τους καθόρισαν την λογοτεχνία για παιδιά και νέους, συγγραφείς όπως η Ζέη, η Σαρή, η Λοίζου, ο Καλιότσος, η Πέτροβιτς, η Μάρα, η Φίλντιση, ο Ι. Δ. Ιωαννίδης, η Γκέρτσου – Σαρρή και κάμποσοι ακόμα άλλοι.
Μα σήμερα υπάρχει –το αναγνωρίζω- μια τάση να γράφονται και να εκδίδονται ‘λογοτεχνικά’ έργα για παιδιά με έντονη διάθεση διδακτισμού. Αυτό γίνεται μέσα στα γενικότερα πλαίσια της έκπτωσης των αξιών και της προώθησης κάθε τι που μπορεί να αποφέρει άμεσο κέρδος.
Είναι κρίμα να βλέπει κανείς αυτήν την οπισθοδρόμηση στο χώρο του παιδικού – νεανικού βιβλίου και ασφαλώς όσοι αγαπάμε την λογοτεχνία δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η εξοικείωση με αυτήν ξεκινά από τα πρώτα μας χρόνια  με τα πρώτα μας αναγνώσματα.   
Αλλά δίπλα σε αυτά τα βιβλία κυκλοφορούν ακόμα κάποια άλλα που δεν αναζητούν τρόπους να διδάξουν το νεαρό αναγνώστη, αλλά να τον παρασύρουν σε ένα ταξίδι εσωτερικών εξερευνήσεων και ανακαλύψεων του κόσμου των άλλων. Και σε τέτοια ταξίδια κανένας διδακτισμός δεν μπορεί να υπάρξει.
Έτσι, λοιπόν, –για να επανέλθω στη σκέψη του Ισίδωρου- πιστεύω πως η παιδευτική και η διδακτική διάσταση τοποθετούνται σε άλλες βάσεις όχι μόνο σε ένα είδος της λογοτεχνίας, αλλά σε κάθε λογοτεχνικό κείμενο. Και η πορεία που ένα παιδί ακολουθεί για να επιλέξει το ποιος λογοτεχνικός ήρωας μπορεί να γίνει το πρότυπο, ακολουθεί τον ίδιο δαιδαλώδη διάδρομο που διασχίζει ο κάθε ενήλικος για να ανακαλύψει τη λογοτεχνική περσόνα που θα θαυμάσει και ίσως ταυτιστεί μαζί της.
Τα παιδιά δεν είναι ένα ξεχωριστό βιολογικό είδος, μα άνθρωποι σε μια  φάση της ζωής τους. Πονούν, φοβούνται, αγαπούν, ονειρεύονται, ελπίζουν, θυμώνουν όπως ακριβώς και κάθε άλλο άτομο είτε είναι 10 χρονών ή 20, 40, 60 ή 80. Αν σε κάτι διαφέρει ο τρόπος που βιώνουν και εκφράζουν όλα αυτά τα συναισθήματα, είναι πως δεν τα έχουν πολλές φορές γνωρίσει. Μα έτσι κι αλλιώς και ο εξηντάχρονος περισσότερες φορές έχει φοβηθεί, αγαπήσει κλπ από τον τριαντάχρονο.  Η ποσοτική διαφορά όσο σημαντική κι αν είναι δεν γίνεται σημαντικότερη της ποιοτικής  ομοιότητας.
Γι αυτό και ας θυμόμαστε πως εν τέλει από τη μια πλευρά είναι τα κείμενα και από την άλλη οι αναγνώστες. Δεν είναι τα κείμενα που επιλέγουν τους αναγνώστες τους, αλλά αυτοί εκείνα που θα θελήσουν να διαβάσουν.
                                                      *****
Στην ίδια συνέντευξη ο Ισίδωρος δέχτηκε και μια άλλη ερώτηση:

Θεωρείτε προσβλητική την ευχή «καλές πωλήσεις», όταν γίνεται λόγος για τα βιβλία σας;

Και εκείνος έδωσε την παρακάτω απάντηση:

Εάν καθίσεις και το εξετάσεις προσεκτικά, ενέχει κάτι το προσβλητικό. Από κει και πέρα αυτά τα λόγια δεν είναι μόνα τους, εκστομίζονται από συγκεκριμένους ανθρώπους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν λέγεται αυτό, οι άνθρωποι έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Ας μη μένουμε στη σύνταξη και στο περιεχόμενο δύο λέξεων και ας τα συνδυάσουμε κάθε φορά με τον άνθρωπο που μας το εύχεται. Μπορεί όταν το λέει κάποιος, από πίσω να υποκρύπτεται μια επιθετικότητα και μια ειρωνεία. Αλλά υπάρχουν και πολλές περιπτώσεις, οι περισσότερες, στις οποίες ο άλλος σου εύχεται κάτι από την καρδιά του, οπότε γιατί να το αρνηθείς και να μεμψιμοιρείς;
Ξέρω –το δήλωσα και πιο πριν- πολύ καλά τον Ισίδωρο Ζουργό. Και έτσι νομίζω πως δεν κάνω λάθος που θεωρώ πως η έμφυτη σεμνότητά του δεν τον άφησε να πει με πλέον ξεκάθαρο τρόπο πως η ευχή Καλές Πωλήσεις! είναι ευπρόσδεχτη από τον κάθε συγγραφέα.
Γιατί –εγώ τολμώ να το πω- γιατί να μην θέλει ένας συγγραφέας να δει το βιβλίο του να πουλά πολλά αντίτυπα;  Ίσως η λέξη πούλησε να έχει το βάρος μια φτήνιας, μια διάσταση αγοραίας αντιμετώπισης. Αλλά αν ξεπεράσουμε αυτόν το αστικό καθωσπρεπισμό μας, εύκολα θα δούμε πως μόνο χαρά φέρνει στον κάθε δημιουργό ο μεγάλος αριθμός αντιτύπων που το βιβλίο του πούλησε.
Κάτι τέτοιο, πρώτα απ΄ όλα, σημαίνει πως πολλοί αναγνώστες είναι αυτοί που το αγάπησαν. Και ποιος δε θέλει να αγαπάνε πολλοί αυτό  που για έξι μήνες ή ένα χρόνο ή και περισσότερο μόχθησε για να το φτιάξει;
Σημαίνει ακόμα πως οι ώρες που μόχθησε πέρα από την προσωπική του ικανοποίηση  τώρα του χαρίζουν και μια οικονομική κάλυψη.
Γιατί είναι ντροπή να πάρεις χρήματα από κάτι που με αγάπη και ευθύνη δημιούργησες;. Ντροπή θα ήταν αν αυτό που έφτιαξες ενώ το έκανες με μόνο σκοπό το οικονομικό όφελος, φροντίζεις να το παρουσιάζεις ως έργο που σε εκφράζει ως καλλιτέχνη και άνθρωπο.
Κι έπειτα όταν ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο φτάσει να επανεκδίδεται ξανά και ξανά, αυτό σημαίνει πέραν των άλλων πως και ο εκδότης που το πίστεψε και χρηματοδότησε την έκδοσή του έχει κι αυτός κερδίσει. Και επειδή κάθε εκδοτικός οίκος είναι και μια εμπορική επιχείρηση, λογικό είναι να θέλει να βλέπει τα προϊόντα του να είναι κερδοφόρα. Κι έτσι μάλιστα στο μέλλον θα προχωρήσει και στην έκδοση κι άλλων παρόμοιας ποιότητας έργων… Με άλλα λόγια, τα καλά λογοτεχνικά βιβλία θα συνεχίζουν όχι μόνο να γράφονται, αλλά και να εκδίδονται, πράγμα που σημαίνει πως θα φτάνουν στα χέρια των αναγνωστών που θέλουν την καλή λογοτεχνία να βρίσκουν στα βιβλιοπωλεία.
Και αν κάποιοι ισχυριστούν πως δεν είναι πρέπον ο συγγραφέας να έχει ως στόχο του να κερδίζει από τα βιβλία του, θα ήθελα να τους υπενθυμίσω δυο πράγματα:
Α. Αν ένας συγγραφέας μπορεί να ζει από τα βιβλία του χωρίς να κάνει παραχωρήσεις σε μια εμπορική υλοποίησή τους, τότε με μεγαλύτερη άνεση θα μπορέσει να αφιερώνει όλο το χρόνο του στο να γράφει καλά έργα καθώς δεν θα είναι υποχρεωμένος να ξοδεύει σημαντικό μέρος της ζωής του σε μια αλλοτριωμένη βιοποριστική εργασία
Β. Πολλοί μεγάλοι μυθιστοριογράφοι του 19ου αιώνα ζούσαν, του 20ου  και του 21ου ζούνε (πλούσια ή φτωχά) από τα βιβλία τους. Θυμίζω πρόχειρα τον Ντοστογιέφσκι, τον Ντίκενς, τον Μπαλζάκ, τον Τσβάιχ, μα και τον Ροθ και τον Ρουσντί, τον Νταλ και την Ρόουλινγκ.
Έτσι λοιπόν, συμφωνώ με την τελευταία φράση του Ισίδωρου - οπότε γιατί να το αρνηθείς και να μεμψιμοιρείς; Και σε αυτήν μένω.
                                             ***
Μας αρέσει στον Ισίδωρο και σε μένα να μιλάμε. Μα μένουμε σε διαφορετικές πόλεις. Και ο Ζουργός δεν είναι και μεγάλος λάτρης των τηλεφωνικών συζητήσεων, όπως ας πούμε ο άλλος φίλος μας ο Θανάσης Τριαρίδης.
Τα πιο πάνω που έγραψα θα προτιμούσα ίσως να τα κουβέντιαζα μαζί του, πίνοντας εκείνος την μπύρα του κι εγώ το τσίπουρό μου, σε κάποια από τα σαλονικιότικα στέκια που τόσο καλά εκείνος γνωρίζει. Μα μιας και κάτι τέτοιο δεν γινότανε, σκέφτηκα να μεταφέρω αυτές τις ανταλλαγές απόψεών σε ένα άλλο στέκι –πιο σύγχρονο, ίσως, μα και περισσότερο ψυχρό. Στο blog μου.
Σημεία των καιρών. Που όμως τελικά δεν αλλάζουν την ουσία αυτού που και οι δυο μας πιστεύουμε –η λογοτεχνία είναι ένα τρόπος ζωής.


Όλη η συνέντευξη του Ισίδωρου Ζουργού : http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=27230

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Γιώργος Στόγιας, ΤΑ 20 ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑ ΣΤΙΣ ΚΟΡΕΣ ΜΑΣ

Πολλοί στενοί φίλοι βρίσκονται στη φάση γεννητούρια, τα παιδιά τους είναι ενός έτους, βρέφη μερικών μηνών ή ημερών, άλλοι περιμένουν να γεννήσουν μέσα στον επόμενο καιρό. Η Ρένα κι εγώ, με δεδομένα Κύπρου, αργήσαμε, αλλά με δεδομένα Ελλάδας ήμασταν μπροστά από τα περισσότερα ζευγάρια της παρέας. Οι κόρες μας φέτος το Σεπτέμβρη θα πάνε πρώτη δημοτικού.

Το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να κάνω στα παιδιά των φίλων είναι κάτι που ξέρω καλά, τόσο λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος όσο και γιατί το έχω υποβάλει σε αλλεπάλληλα «κρας-τεστ» στο σπίτι και στο σχολείο: Παραμύθια και τραγούδια. Σε αυτή τη δημοσίευση θα επικεντρωθώ στα βιβλία, επιφυλάσσομαι για ένα κείμενο αφιερωμένο στη μουσική.
Πέρασα πολλές ώρες σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες να ξεφυλλίζω παιδικά βιβλία, ψάχνοντας κρυμμένους θησαυρούς. Όπως συμβαίνει και στη λογοτεχνία για ενήλικες, κυκλοφορεί άπειρη σαβούρα. Στην περίπτωση της λογοτεχνίας για παιδιά,  υπάρχουν διδακτισμός, σοβαροφάνεια, εικονογράφηση με φτηνά προγράμματα, στερεοτυπικές έμφυλες απεικονίσεις. Κείμενα που ντρέπομαι να διαβάσω από το πόσο κακογραμμένα είναι, από την ιδέα που προβάλλουν για την παιδικότητα. Ανία και θυμός για την κακαισθησία τους.
Σαν εξερευνητής στο τροπικό δάσος έκοβα με το σπαθί μου την άγρια βλάστηση προκειμένου να ανοίξω δρόμο και να φτάσω στο ξέφωτο (εικόνα δανεισμένη από τον «Κάπτεν Μόργκαν» που διάβαζα παιδί στο «Μπλεκ») όπου με περίμενε επιτέλους ένα παιδικό βιβλίο που να σέβεται τη νοημοσύνη και την ευαισθησία μικρών και μεγάλων, που να βρίσκω ότι είναι αξιόλογη λογοτεχνία, με τα κριτήρια που έχω ως ενήλικος αναγνώστης.
Έτσι, επηρεασμένος από το πρόσφατο κρούσμα λιστομανίας του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου και από μια ιδέα/προτροπή της Ρένας Χόπλαρου, θα παρουσιάσω κάτω από αυτό το εισαγωγικό σχόλιο τα 20 καλύτερα βιβλία που διάβασα στις κόρες μου, από τη γέννησή τους μέχρι σήμερα. Πολλά από αυτά τα βιβλία τα έχω χρησιμοποιήσει και σε μικρές τάξεις στο σχολείο αλλά και σε εργαστήρια θεατρικού παιχνιδιού.
Ελπίζω η λίστα αυτή να φανεί χρήσιμη σε γονείς αλλά και σε άλλους εμπλεκόμενους (π.χ. όταν κάποιος θέλει να πάρει δώρο σε παιδί και δεν ξέρει τι – ένα πακέτο με κάποια από αυτά τα βιβλία είναι μια δοκιμασμένη λύση). Τέλος, μπορείτε, εάν θέλετε, να αφήσετε ένα σχόλιο με τις δικές σας προτάσεις. Με ενδιαφέρει πολύ  να τις διαβάσω, και είμαι σίγουρος ότι θα φανούν χρήσιμες, τόσο σε εμένα όσο και σε άλλους.
20. P. Bright και J. Chapman : «Όταν οι αρκούδες πήγαν για ύπνο τη νύχτα της φοβερής και τρομερής καταιγίδας» Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2008
Ήδη από τον τίτλο ξεκινά ο γλυκά περιπαικτικός τόνος που επικρατεί στο βιβλίο. Έξω στο δάσος γίνεται χαλασμός αλλά μέσα στην αρκουδοφωλιά είναι όλα ζεστά και ήρεμα. Ο φόβος όμως και οι κακές σκέψεις που ξυπνάει η καταιγίδα βρίσκουν τον τρόπο να τρυπώσουν. Πρώτα το μικρό αρκουδάκι θα έρθει στο κρεβάτι των γονιών του για ασφάλεια, ύστερα το μεσαίο, μετά το μεγάλο… Ο ορθολογιστής μπαμπάς επιμένει ότι “δεν υπάρχουν τέρατα” αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να χάσει τον ύπνο του από το πηγαινέλα (ενώ οι φοβισμένοι, αφού μπουν κάτω από τη γονεϊκή κουβέρτα κοιμούνται, μαζί με τη μαμά, του καλού καιρού). Οι βεβαιότητες του πατέρα θα κλονιστούν όταν κλείσουν τα φώτα και ένα απροσδιόριστο πλάσμα τους χτυπήσει την πόρτα… Ιδανικό για δραματοποίηση σε νηπιαγωγείο και δημοτικό, η σκηνή που τα παιδιά σκαρφαλώνουν και στριμώχνονται στο φτιαγμένο από τρία θρανία κρεβάτι είναι πάντα μεγάλο πανηγύρι, και πάει έτσι μέχρι τέλους
20 νύχτα της καταιγίδας
19. Geoffroy De Pennart:  Ο άλλος, Παπαδόπουλος, 2008
O Geoffroy De Pennart είναι ο συγγραφέας της δημοφιλούς σειράς με την ανατρεπτική απεικόνιση του λύκου (Ο λύκος ξαναγύρισε, Έλα πίτα να σε φάω, κλπ.) τα οποία είναι διασκεδαστικά, ιδίως «Τα 7 κατσικάκια» στο οποίο ο λύκος μεταμφιέζεται  σε γυναίκα προκαλώντας  σκηνή ζήλιας ανάμεσα στον κύριο και την κυρία Κατσικίνα, αλλά δεν είναι όλα εξίσου επιτυχημένα. Εδώ όμως, στο “Ο άλλος”, ο συγγραφέας βρίσκει την τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο «χοντρό» χιούμορ, τη ρεαλιστική πλοκή και την «αθόρυβη» ψυχοπαιδαγωγική λειτουργία. Ο σκύλος Ραούλ, ο καλομαθημένος αγαπημένος της κυρίας του, καλείται να αντιμετωπίσει πρώτα την “εισβολή” ενός άντρα στην κάποτε ευτυχισμένη “συζυγική” εστία, μετά του παιδιού τους και… έπεται συνέχεια. Η ζωή του δεν θα είναι ποτέ η ίδια!
19 Ο άλλος
18.  Peter H. Reynolds: Η Tελεία Αίσωπος, 2004
Δικαίως ένα από τα πιο επιτυχημένα παιδικά βιβλία, συναντάται μάλιστα αρκετά συχνά και σε σχολικές τάξεις. Αρχικά ήμουν επιφυλακτικός εξαιτίας της φαινομενικής ευκολίας με την οποία η Λία ξεπερνάει τη χαμηλή της αυτοπεποίθηση στη ζωγραφική. Ο συγγραφέας όμως είναι προσεκτικός:  Υπαινικτικά αφήνει να εννοηθεί η προσπάθεια της πρωταγωνίστριας, μέσα από την παρουσίαση του πείσματος και της τελειομανίας της, στοιχείο που ανέπτυξε αριστοτεχνικά ο σκηνοθέτης Κ. Μπογδάνος, στην παράσταση στο BIOS, πριν δυο χρόνια.
18 τελεία
17. Μαρί Λεονάρ: Τιμπιλί, το μικρό αγόρι που δεν ήθελε να πάει σχολείο Κάστωρ, 1997
Μια απολαυστικά δοσμένη ιστορία για τη χρησιμότητα του σχολείου. Ο υπέροχος Τιμπιλί δεν θέλει να κλειστεί σε τέσσερις τοίχους και να φοράει μια στολή που μοιάζει με το χρώμα της άμμου. Αναπτύσσει τα βάσιμα επιχειρήματά του σε σημείο, μέχρι τη μέση του βιβλίου, να έχει πείσει τους μικρούς και να έχει συνεπάρει τους μεγάλους. Η ανατροπή θα έρθει πάλι εντελώς λογικά: Όχι μόνο πρακτικά δεν μπορεί να το αποφύγει αλλά για να ανοίξει το μπαούλο της Γνώσης (όπου εκεί κρύβεται το μυστικό σχετικά με το πώς θα αποφύγει το σχολείο), θα πρέπει να διαβάσει τις οδηγίες. Άρα πρέπει πρώτα να πάει σχολείο για να μάθει να διαβάζει! Επειδή το βιβλίο είναι εξαντλημένο από τον εκδότη, αν το βρείτε κάπου, μην το χάσετε!
17 Τιμπιλί κείμενο
16. Eric Carle: Παρακαλώ, μπαμπά, φέρε μου το φεγγάρι Καλειδοσκόπιο, 2006
Με τις ιστορίες και τη χαρακτηριστική εικονογράφηση του Eric Carle έχουν μεγαλώσει γενιές παιδιών στις ΗΠΑ και την Αγγλία (σε βαθμό που η “πεινασμένη κάμπια” να έχει γίνει κάτι σαν γιουνγκιανό συλλογικό αρχέτυπο), τρέλα που μεταδόθηκε και στον ελληνόφωνο χώρο από τις προσεγμένες εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Παρόλο που είμαι επιφυλακτικός σε κάθε τι που έχει μαζική απήχηση, αγοράσαμε στο σπίτι όλα τα βιβλία του στα ελληνικά και αρκετά στα αγγλικά (ευτυχώς δεν πήγαμε και για άλλες γλώσσες!). Γενικά, κρίνω ότι το ισοζύγιο είναι θετικό. Είχε κι αυτός τις σουπίτσες και τις ευκολίες του (θυμάμαι μια φορά που διάβαζα το «Καλή όρεξη» στην τάξη και είχα την αίσθηση πως τα παιδιά με κοιτούσαν με οίκτο, καθώς προσπαθούσα να το κάνω να ακουστεί αστείο), είχε όμως και τα πολύ επιτυχημένα του όπως το “The Greedy Python”. Το κόλλημα όμως, η ένεση αυτοσυναισθήματος (μέχρι ανοησίας) για μπαμπάδες, το γαλάζιο ζαχαρωτό, το ζωντανό βιβλίο με τις σελίδες που ανοίγουν εκπληκτικά έξω από το αρχικό σχήμα, είναι το «Παρακαλώ, μπαμπά, φέρε μου το φεγγάρι». Μπορεί να μαλώσετε ποιος θα το κρατάει, ο μπαμπάς ή η κόρη. Ιδανικό παραμύθι για καληνύχτισμα, με χαμηλό φωτισμό και το φεγγάρι να φαίνεται από το παράθυρο. Έχει γυριστεί και σε animation, που κάποιοι καλοί άνθρωποι ανεβάζουν στο διαδίκτυο (και μετά η εταιρία που έχει τα δικαιώματα το κατεβάζει).
16 μπαμπά φέρε το φεγγάρι
15. Dorothee de Monfreid: Θέλω να φάω ένα παιδάκι Libro, 2006
Ο μικρός Αχιλλέας ήταν μέχρι χτες ένα άψογο κροκοδειλάκι που έτρωγε τις μπανάνες του (με όλη τους την κρέμα). Μέχρι που του μπήκε η ιδέα ότι θέλει να φάει έναν άνθρωπο! Παρά τις άοκνες και φιλότιμες προσπάθειες των γονιών του να τον ξεγελάσουν με τούρτες και λουκάνικα (όχι όμως από κρέας ανθρώπου, μια λεπτομέρεια που επισημαίνει ο μικρός), δεν αλλάζει μυαλά. Θα χρειαστεί να μεσολαβήσει μια ταπεινωτική ψυχρολουσία από ένα κοριτσάκι προκειμένου ο Αχιλλέας να υπαναχωρήσει από την επιθυμία του, υποσχόμενος όμως να επιστρέψει όταν τα δόντια του θα είναι καταλληλότερα… Ένα βιβλίο “αποκούμπι” και για τις πιο δύσκολες στιγμές, το εμπιστεύομαι όταν έχω  μείνει από δυνάμεις, σαν να είναι το τελευταίο μου χαρτί. Θυμάμαι ένα μεσημέρι στο ολοήμερο, έξω γινότανε κατακλυσμός, συνάδελφοι ήταν άρρωστοι, παιδιά κλαίγανε, γονείς αργούσαν να τα πάρουν λόγω βροχής. Ε, έβγαλα από την τσάντα μου το «Θέλω να φάω ένα παιδάκι» και σε λίγα λεπτά είχα απέναντί μου μαγεμένα παιδιά να ζητούν κι άλλο, να έρχονται οι βρεγμένες μανάδες τους και να μη θέλουν να φύγουν!
15 θελω να φαω ενα παιδακι
14.  Jacques Duquenny:  Ένα τόσο δα ψαράκι, ένα τιποτάκι Άγρα, 1999
Οι εκδόσεις Άγρα έχουν κυκλοφορήσει λίγα σε αριθμό παιδικά αλλά όλα επιλεγμένα. Ανάμεσα σε αυτά είναι και τρία του Jacques Duquenny, το ένα καλύτερο από το άλλο! Στο “Ένα τόσο δα ψαράκι, ένα τιποτάκι”, όχι μόνο το μεγάλο ψάρι δεν τρώει το μικρό, αλλά το μικρό τού σώζει τη ζωή (ενώ, σε αντίθεση με αυτό που ισχύει στο μύθο του Αισώπου, δεν του χρωστούσε καμία χάρη). Η χρήση των ρητορικών μοτίβων («έχασες μια», «έχασες δυο» «ακόμη μια και κάηκες») είναι ευφυής, και, μετά από λίγες αναγνώσεις, τα παιδιά συμπληρώνουν τους διαλόγους και προχωράνε την ιστορία μέχρι το συμφιλιωτικό τέλος.
14 Τόσο δα ψαράκι
13. Μπ. Σιντγιάνσκι και Σ.Ε.Μπουργκ: Το Κοτοπουλάκι και το Αλεπουδάκι Πατάκης, 2007
Σε πρώτη ματιά, πρόκειται για ένα ακόμη βιβλίο με θέμα την ανάπτυξη φιλίας ανάμεσα σε παραδοσιακούς εχθρούς. Κόντρα στην «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» στο κοτέτσι και στο δάσος, όπου όλοι είναι βέβαιοι ότι η ιστορία θα καταλήξει με ματωμένα πούπουλα στο χορτάρι, τα δύο ζωάκια, με εμπιστοσύνη στα συναισθήματά τους, χτίζουν μια στερεή γέφυρα και επιτυγχάνουν στο σκοπό τους, να βρουν δηλαδή τους γονείς της χαμένης αλεπουδίτσας. Αυτό που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει από πολλά άλλα με ανάλογο μήνυμα είναι το χιούμορ, η πειστική απεικόνιση των δεύτερων χαρακτήρων, και γενικότερα το στήσιμο της ιστορίας. Μια δόση παραπάνω μελό ή ηθικολογίας θα το κατέστρεφε. Είναι μια πολύ λεπτή τέχνη: η απόλαυση της ανάγνωσης να είναι οργανικά δεμένη με το ψυχοπαιδαγωγικό νόημά της. «Να μη φάμε το κοτόπουλο;» «Ανήκουστο, απαράδεκτο!» «Άμα είναι φίλος σου, αλλάζει το πράγμα».
13 Το κοτοπουλάκι και το αλεπουδάκι
12. Δόκτορος Ερρίκου Χόφμαν: Ο Πετροτσουλούφης Γράμματα, 2003
Ο Πετροτσουλούφης, στην ιδιοφυή μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη, συνιστά σκάνδαλο για τα σύγχρονα παιδαγωγικά ήθη και την πολιτική ορθότητα, αλλά μη φοβάστε, το παιδί σας δεν πρόκειται να τρομάξει ότι θα έρθει ο ράφτης να του κόψει το δάχτυλο όπως έκανε στον Πίπη τον Πιπίλα. Εκτός αν ακόμη δεν έχει μάθει να αντιμετωπίζει με χιούμορ την αφηγηματική υπερβολή, αν δεν ξεχωρίζει το μύθο από την πραγματικότητα, οπότε καλά θα κάνετε να βιαστείτε! Είναι κρίμα να χάσετε την εμπειρία ενός κλασικού παιδικού βιβλίου, ενός ιστορικού κομματιού της γερμανικής κουλτούρας, εξαιτίας μικροαστικών μίζερων ψευδοψυχολογικών ανησυχιών! Επίσης είναι κρίμα ότι το βιβλίο είναι σχεδόν εξαντλημένο. 
12 Πετροτσουλούφης
11. Προκόπιεφ:  Ο Πέτρος και ο Λύκος Ηριδανός, 2002
Ο Πέτρος και ο Λύκος δεν ήταν ποτέ από τα αγαπημένα μου παραμύθια. Είχα πρόβλημα με την απερισκεψία του βασικού ήρωα, το γεγονός ότι πουθενά δεν φαίνεται να διστάζει, να κάνει μια δεύτερη σκέψη. Επίσης, μου την έσπαγε η ιδέα περί αρρενωπότητας που περνούσε στον αναγνώστη, μου θύμιζε μια δασκάλα από την Ανατολική Ευρώπη που την είχα ακούσει να λέει: «στην κουλτούρα μας, άμα δεν δέρνει και λίγο ο άντρας, δεν τον σεβόμαστε». Κάποια στιγμή βρήκα σε ένα δισκάδικο που έκλεινε την εξαιρετική ηχογράφηση με απαγγελία Φιλιππίδη, συνήθισα την ιστορία επειδή μου τη ζητούσαν οι κόρες μου στις εκδρομές με το αυτοκίνητο. Και μετά αγόρασα αυτή την έκδοση από τον Ηριδανό με τις εκπληκτικές ζωγραφιές του Frans Haacken και το διάβασα δεκάδες φορές, σε σημείο η Α. να το ξέρει να το “διαβάζει” όλο, λέξη προς λέξη, πολύ πριν μάθει τον μηχανισμό της ανάγνωσης.
11 Πετρος και ο Λύκος
10. Ludwig Bemelman: Madeline
Για λόγους που δεν μπορώ να κατανοήσω, η κλασική σειρά βιβλίων του Αυστριακού Ludwig Bemelman με πρωταγωνίστρια τη Madeline (ή Μαντλίν, όπως μεταφράστηκε στην τηλεοπτική σειρά που παίχτηκε στην ελληνική τηλεόραση), δεν έχει ακόμη εκδοθεί στην Ελλάδα. Οι περιπέτειες των δώδεκα κοριτσιών του οικοτροφείου στο Παρίσι του Μεσοπολέμου ισορροπούν μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας, ελαφρότητας και σοβαρότητας. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα ζωγραφισμένα στο χέρι σχέδια (και που χάνεται στην τελευταία τηλεοπτική και σε κάθε κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου) οδηγεί τον κάθε αναγνώστη να ανασυστήσει την ιστορία με όλες του τις αισθήσεις. 
10 Μαντλίν
9. Ευγένιος Τριβιζάς: Η Καιτούλα, η κοκέτα, η κοτούλα, Ελληνικά Γράμματα, 2007
Με τον Τριβιζά ενστικτωδώς τσινάω, όπως και με κάθε “σούπερ σταρ”, αναγνωρίζω όμως ότι κανένας τους δεν βρέθηκε τυχαία στην περίοπτη θέση που καταλαμβάνει. Δε θα με πείραζε να μη συμπεριλάβω κάποιο βιβλίο του σε αυτή τη λίστα (έτσι θα είχα χώρο για έναν λιγότερο γνωστό συγγραφέα), αλλά σκέφτηκα ότι θα ήταν υποκριτικό, από τη στιγμή μάλιστα που έχω περάσει πολλές ευχάριστες ώρες, μαζί με παιδιά, διαβάζοντας και δραματοποιώντας κείμενά του. Από την άλλη μεριά όμως, το γεγονός ότι μπαίνω στο βιβλιοπωλείο και έχει ένα ράφι παιδικά και ένα ράφι Τριβιζά, ότι το νηπιαγωγείο των κορών μου έκανε φέτος “εβδομάδα Τριβιζά” (έκανα κι εγώ κάτι ανάλογο στα μαθήματα θεάτρου), ότι η πρώτη ιδέα για δώρο βιβλίο είναι κάποιο του Τριβιζά, έ, όλα αυτά μοιάζουν με μονοπώλιο, με όλες τις αναπόφευκτες αρνητικές συνέπειες. Παραδέχομαι πως πολλά από τα έργα του είναι αριστουργηματικά, από τα πρώτα θεατρικά του (όταν σκηνοθέτησα “Το όνειρο του σκιάχτρου” κατάλαβα τις αλλεπάλληλες στρώσεις νοημάτων που έκρυβε) έως βέβαια την “Τελευταία μαύρη γάτα”. Ανάμεσα σε αυτά όμως, έχει βγάλει και δεκάδες αδιάφορα, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά την ίδια συνταγή με μικρές παραλλαγές. Η μικρή μου εκδίκηση λοιπόν θα είναι απλά να προτείνω ένα “έλασσον” έργο του, το “Η Καιτούλα Η κοκέτα Η κοτούλα”, ένα σπαρταριστό βιβλίο με εντυπωσιακή εικονογράφηση από τον Στεφαν Γκεοργκίεφ, που ποτέ δεν κουράζομαι να διαβάζω. Η Καιτούλα παλεύει να τραβήξει την προσοχή του εκλεκτού της καρδιάς της με την εξωτερική της εμφάνιση και τα σικάτα ρούχα που φορά, μέχρι που, λόγω μιας σωρείας ατυχημάτων, θα ανακαλύψει ότι “less is more”.
9 Τριβιζας Καιτούλα
8. Κωνσταντίνα Αρμενιάκου: Η δύναμή μου, Μεταίχμιο, 2011
Όπως ίσως έχετε παρατηρήσει, η παρουσία Ελλήνων συγγραφέων σε αυτή τη λίστα έχει περιοριστεί στο ελάχιστο, δηλαδή στον Τριβιζά. Δεν είμαι προκατειλημμένος ενάντια στην εγχώρια παραγωγή, αλλά εδώ δεν έχω λόγο να βάλω “ποσοστώσεις” και θετικές διακρίσεις. Το βιβλίο “Η δύναμή μου” της Κ. Αρμενιάκου με εικονογράφηση του Ν. Ανδρικόπουλου (του οποίου τα σχέδια στις εκδόσεις των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη θεωρώ αξεπέραστα) βρίσκεται εκτός του κανόνα των εύκολων αφηγηματικών λύσεων. Με σωστή αναλογία κειμένου–εικόνας, καταπιάνεται υποδειγματικά με το θέμα της εξάρτησης, αναπτύσσοντας ένα μύθο που μπορεί να “μιλήσει” ταυτόχρονα σε αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών, απευθυνόμενο κάθε φορά σε διαφορετικά επίπεδα κατανόησης. Ο πρίγκιπας Ανδριανός προορίζεται να αναλάβει μεγάλες ευθύνες, στις οποίες ο ίδιος δεν είναι καθόλου σίγουρος ότι μπορεί να αντεπεξέλθει. Θα βρει το μαγικό κόλπο να διασκεδάσει τις ανησυχίες του με τη συνδρομή ενός φίλτρου που του δίνουν δωρεάν κάποιοι νεόκοποι φίλοι του. Το γέλιο και η ανακούφισή του όμως θα έχουν τελικά το αντίτιμό τους όταν τα πράγματα σοβαρέψουν…
8 Η δύναμή μου
7. Αγνώστου, διασκευή S. Hastings: Ο άνθρωπος που ήθελε να ζει αιώνια Μίνωας, 1990
Τα παιδιά δεν ζουν σε άλλο κόσμο, έχουν βασικές ανησυχίες παρόμοιες με αυτές των ενηλίκων. Η διαφορά είναι ότι έχουν πολύ λιγότερες πληροφορίες για τα θέματα που τους προβληματίζουν (το «τα παιδιά τα ξέρουν όλα» είναι ωραίος στίχος αλλά όχι για να τον πάρουμε τοις μετρητοίς). Το χειρότερο είναι ότι σπάνια βρίσκουν ενήλικες πρόθυμους να συζητήσουν μαζί τους για “άβολα” θέματα. Στο βιβλίο αυτό, με προσέγγιση ριζικά διαφορετική από αυτήν της σύγχρονης παιδαγωγικής, κυριαρχεί η αγωνία του θανάτου, η επιθυμία να ζήσει κάποιος αιώνια. Ο Παντελής, ένας καλός χωρικός, βρίσκει τον τρόπο δίχως να κάνει καμιά συμφωνία με το Κακό. Μετά από αιώνες που ζει πάνω στο βουνό, τον πιάνει η νοσταλγία για τη γη στην οποία μεγάλωσε, για τους άλλους ανθρώπους. Ο Γέρος, ο σύντροφός του στην άχρονη απομόνωση, του ζητάει να μην πάει. Αφού δεν μπορεί να τον μεταπείσει, τον βάζει να του υποσχεθεί πως ό,τι κι αν συμβεί δεν θα κατέβει από το άλογό του. Στο δρόμο της επιστροφής όμως ο Παντελής συναντά ένα σκυφτό πλάσμα που του ζητάει βοήθεια… Το biblionet το βγάζει εξαντλημένο αλλά η Πρωτοπορία το έχει. 
7 Ο ανθρωπος που ήθελε να ζει αιώνια
6. Εξαρχόπουλος Θανάσης και Μαριόρα: Το ταξίδι του νερού
Η λίστα αναφέρεται κανονικά σε βιβλία που «διάβασα στις κόρες μας», εδώ όμως θα κάνω μια εξαίρεση για ένα βιβλίο που «διαβάσανε» μόνες τους, και μάλιστα από πολύ μικρή ηλικία. Πρόκειται για το βιβλίο “Το ταξίδι του νερού”, μέρος της καταπληκτικής σειράς “Ηχοεικόνες” που έφτιαξε ο καθηγητής Χαρακτικής στη Σχολή Καλών Τεχνών Θανάσης Εξαρχόπουλος μαζί με τη σύζυγό του Μαριόρα, κατά τη δεκαετία του ’70. Σε όλα τα βιβλία της σειράς, και ειδικά στο συγκεκριμένο, η εικονογράφηση είναι ασύλληπτης ομορφιάς, χτίζει έναν παράλληλο, καλύτερο κόσμο, όπου η επιστημονική πρόοδος σε συνδυασμό με την εξάπλωση της εκπαίδευσης θα δημιουργούσαν τη νέα κοινωνία, μακριά από τις αποτυχίες του ήδη βεβαρημένου 20ου αιώνα. Παραδοσιακά, τα βιβλία αυτά συνοδεύονταν από ένα 45άρι βινύλιο, στη συνέχεια από κασέτα, σήμερα από CD, ίσως στην επόμενη έκδοση από ένα download link! Αυτό όμως που εντυπωσιακά παραμένει σταθερό είναι η ζήτηση για τη σειρά, παρά τη σαφή απόσταση ανάμεσα στη σύγχρονη κυρίαρχη αισθητική και στο εξιδανικευτικό αλλά όχι συντηρητικό όραμα του Εξαρχόπουλου.
6 Το ταξιδι του νερού
5. Μ. Πικμάλ και Τ. Μπαάς: Ο μικρός φιλόσοφος: Θέλω την κόκκινη μοτοσικλέτα! Μεταίχμιο, 2013
Γενικά, η ηθικοπλαστική παιδική λογοτεχνία είναι ένας ωκεανός ανίας στον οποίο αποφεύγω να ανοίγομαι  και να παίρνω μάλιστα κι άλλους στο κεφάλι μου. Η σειρά όμως “Ο μικρός φιλόσοφος”  που κυκλοφόρησε στα ελληνικά  μόλις τον Απρίλιο ήταν «something completely different» που έλεγαν και οι Monty Python. Στο λυκόφως της εποχής της κλασικής «προοδευτικής» παιδαγωγικής, όπως αυτή μαζικοποιήθηκε, μετά τη δεκαετία του ’60, σε μια ισοπεδωτική επιτρεπτικότητα, οι ενήλικες ήρωες του Πικμάλ ξέρουν πού θέλουν να οδηγήσουν τα παιδιά των οποίων έχουν την ευθύνη. Προς σκάνδαλο της παιδοκεντρικής εκπαίδευσης, τα παιδιά που πρωταγωνιστούν στη σειρά δεν είναι πάνω από όλα χαριτωμένα. Συχνά είναι πεισματάρικα, έχουν καταφανώς άδικο, υποκρίνονται, δοκιμάζουν τις αντιδράσεις των ενηλίκων να δουν τι τους περνάει. Οι γονείς, με διαλεκτικό τρόπο και δίχως βία, πασχίζουν να τους δώσουν να καταλάβουν τι είναι στην συγκεκριμένη περίπτωση το “σωστό” (άλλη απαγορευμένη λέξη στο newspeak της προοδευτικής παιδαγωγικής). Όλα αυτά ακούγονται ίσως δυσάρεστα, και μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι θα προκαλέσουν την απαρέσκεια των μικρών αναγνωστών. Λαθεμένη εκτίμηση: η ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, με τις μικρές «απαίσιες»  λεπτομέρειες, αιχμαλωτίζει εγγυημένα το ενδιαφέρον των παιδιών, ακριβώς γιατί τους πείθει πως οι δημιουργοί του βιβλίου μιλάνε σοβαρά και δεν κοροϊδεύουνε. 
5 κόκκινη μοτοσικλέτα
4. Πάουλ Φέιρεπτ: Ο μικρός στρατιώτης, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2004
Ο γονιός ή ο εκπαιδευτικός που θα θελήσει να αγγίξει την πραγματικότητα του πολέμου, τις συνέπειες, την ανάγκη για εξεύρεση συμβιβαστικών λύσεων, τη διαχείριση της τραυματικής μνήμης, θέματα που περιλαμβάνονται σε αυτό που γενικά ονομάζεται «εκπαίδευση ειρήνης», θα δυσκολευτεί να βρει πολλά αξιόλογα βιβλία για μικρά παιδιά. Ακόμη και σε αυτά που κυκλοφορούν, ο πόλεμος  παρουσιάζεται συχνά ως αποτέλεσμα της κακίας και της παραξενιάς των «βασιλιάδων», να ξεκινάει από μια καταφανώς ανόητη αφορμή. Ο λαός δεν έχει καμία ευθύνη και υπακούει από φόβο ενώ η λύση συχνά έρχεται με πρωτοβουλία των παιδιών, μια διόλου δηλαδή ρεαλιστική και διαφωτιστική ανάπτυξη του θέματος. Στο βιβλίο του Φέιρεπτ, η εμπειρία του πολέμου, όπως τον έζησε ένας νέος άνθρωπος, αναπαρίσταται χωρίς ωραιοποιήσεις, διδακτική μέσα στην τρομακτική απλότητά της. Ο κεντρικός ήρωας δεν καταλαβαίνει γιατί επιστρατεύεται, ακολουθεί όμως αδιαμαρτύρητα τις εντολές. Στο πεδίο της μάχης βλέπει τους συντρόφους του να χάνουν τη ζωή τους, και ο ίδιος φοβάται για τη δική του. Ανήκει στους τυχερούς που τελικά θα επιστρέψουν, οι γονείς του ζουν, στα διπλανά όμως σπίτια επικρατεί το πένθος, το δε δικό του έχει γκρεμιστεί από τους βομβαρδισμούς. Θα προσπαθήσει για ένα νέο ξεκίνημα και θα τα καταφέρει, θα χτίσει με τα χέρια του καινούργιο σπίτι, θα κάνει οικογένεια. Δε θα καταφέρει όμως ποτέ ξανά να συμμεριστεί τον αθώο ενθουσιασμό της γιορτής, πάντα θα στέκεται παράμερα να βλέπει τους άλλους να διασκεδάζουν και να αναρωτιέται πώς μπορούν. Μόνος, όταν οι άλλοι κοιμούνται, θα κοιτάει τον ουρανό μέσα στη νύχτα και θα θυμάται.
4 Ο μικρός στρατιώτης
3. Αμάντα Μιχαλοπούλου: Δυο σπίτια, Πατάκης, 2000
Η εμπειρία του διαζυγίου, των συζυγικών καβγάδων («Μια φορά φώναζαν τόσο πολύ που τους είπα να σταματήσουν για να μην έρθει η αστυνομία…»), της μετακόμισης του ενός, των επισκέψεων το Σαββατοκύριακο, της αναζήτησης των αιτίων, της λύπης όλων των εμπλεκομένων, των ενοχών («Μήπως φταίω κι εγώ που χωρίσατε με τον μπαμπά;»), της επώδυνης επεξεργασίας του τραύματος («Τα βράδια ονειρεύομαι ότι όλα φτιάχνουν», «Ο πύργος της Πίζας δεν γέρνει!»), μέσα από τα μάτια ενός παιδιού και με εικονογράφηση από προσεχτικά διαλεγμένα έργα σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών. Δεν ξέρω αν η συγγραφέας είχε τη βοήθεια παιδοψυχολόγου όταν έγραφε το βιβλίο, πάντως η απάντηση της μητέρας «Ό,τι κι αν γίνει, εσύ είσαι ο καρπός μιας πολύ μεγάλης αγάπης» είναι ταυτόχρονα συγκινητική και υποδειγματική.  «Χαίρομαι που μιλάει έτσι γλυκά και ξαναστήνω τα λέγκο μου. Σήμερα θα φτιάξω δύο σπίτια!». Πολύτιμο και πανέμορφο βιβλίο, το έχω διαβάσει και χρησιμοποιήσει δεκάδες φορές από τότε που κυκλοφόρησε, αν κοιτάξετε πιο κοντά ίσως να δείτε στο εξώφυλλο και τα αποτυπώματα των παιδικών χεριών που το έχουν πιάσει… 
3 Δυο σπίτια
2. Barroux: To χρυσόψαρό μου, Ηλίβατον, 2008
Μοναδικό σε σύλληψη και εκτέλεση βιβλίο, Παρά την πλήρη απουσία δραματικού μύθου, το ενδιαφέρον του αναγνώστη διατηρείται αμείωτο σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ο αφηγητής περιγράφει τη ζωή και το χαρακτήρα του χρυσόψαρού του, το οποίο αγαπάει και φροντίζει. Ο ενήλικος αναγνώστης δεν θα αργήσει να αντιληφθεί ότι το χρυσόψαρο αποτελεί ένα όχημα για το συγγραφέα έτσι ώστε αυτός να αναφερθεί στις προκλήσεις και τις δυνατότητες της ίδιας της ζωής, με τρόπο που συνηγορεί υπέρ της περιέργειας, του θάρρους, της ανοιχτότητας απέναντι στο καινούργιο και το διαφορετικό, της διαλλακτικότητας. Δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι μικρές απολαύσεις, από το καλοκαιρινό μαύρισμα μέχρι και ένα ποτάκι:  «Λένε ότι τα χρυσόψαρα δεν έχουν πολύ γερή μνήμη. Η αλήθεια είναι ότι και το δικό μου συχνά ξεχνάει πού μένει», με την εικόνα του χρυσόψαρου να κολυμπάει σε ένα ποτήρι κοκτέιλ με καλαμάκι! Με τον ίδιο απλό και θετικό τρόπο αντιμετωπίζεται και ο θάνατος, ή πιο σωστά η προοπτική του θανάτου:  «Ξέρω όμως καλά ότι μια μέρα το χρυσόψαρό μου, όταν θα έχει γεράσει πάρα πολύ, θα φύγει απ’ την γυάλα του. Θα πάει κι αυτό… στη χώρα των μεγάλων άσπρων ψαριών».
2 το χρυσόψαρο
1. Margaret Wise Brown: Goodnight moon, Harper Collins Publishers, πρώτη έκδοση 1947
Τι πιο ταιριαστό για το κλείσιμο αυτής της λίστας από μια «επιστροφή στα βασικά», υπό όλες τις έννοιες:  Ένα βιβλίο που στο οπισθόφυλλό του γράφει ότι απευθύνεται σε ηλικίες από “newborn to 3″, αλλά εγώ το διαβάζω ακόμα στις κόρες μου. Ένα βιβλίο για την ώρα όπου η μέρα λιώνει μέσα στη νύχτα. Όταν οι επιθυμίες και οι φόβοι θα μεταστοιχειωθούν στον ενύπνιο κόσμο, και το πρωί όλα θα είναι ακριβώς όπως χτες και συγχρόνως σαν να έχουν περάσει αιώνες και έχουμε μεγαλώσει απίστευτα, σαν να είμαστε άλλοι, αφού ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι μετά από μια επίσκεψη στη γη των ονείρων. Το βιβλίο της Margaret Wise Brown, με την εικονογράφηση του Clement Hurd είναι αξεπέραστο στον τρόπο που οδηγεί τον αναγνώστη στον αποχαιρετισμό της ύλης που τον περιβάλλει, με τέτοια όμως λεπτότητα και προσοχή που οι όγκοι γίνονται μια μεταφορά του ίδιου του εσωτερικού κόσμου. Όλα τα σύνορα ανοίγουν, και τα μάτια κλείνουν…
1 Goodnight moon
Αποφώνηση: Κάπου εδώ φτάνουμε στο τέλος της λίστας με τα «20 καλύτερα βιβλία που διάβασα στις κόρες μου». Μερικές διευκρινίσεις: Η κατάταξη των βιβλίων από το 1 έως το 20 ήταν απλά για το σασπένς, δεν έχει μεγαλύτερη σημασία. Περιορίστηκα σε βιβλία που απευθύνονται πρωτίστως σε παιδιά προσχολικής ηλικίας (δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούν να τα απολαύσουν και μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά). Έτσι όμως άφησα έξω οποιοδήποτε βιβλίο έχει ολόκληρη σελίδα με λόγια. Σε αυτά που συμπεριέλαβα εδώ, η αναλογία εικόνας–κειμένου είναι παντού υπέρ της πρώτης. Άφησα έξω τα «αυτονόητα», δηλαδή τα κλασικά παραμύθια και την ελληνική μυθολογία. Εκεί χρειάζεται ξεχωριστή ανάρτηση για να κρίνουμε πια τις εκδόσεις και όχι βέβαια το κείμενο. Τέλος, με δυο μόνο εξαιρέσεις, απέφυγα τα βιβλία που δεν έχουν εκδοθεί στα ελληνικά (εκεί κι αν επιβάλλεται λίστα με προτάσεις στους εκδότες), όπως επίσης και τα εξαντλημένα. 

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Η ποίηση ως κάτι που προκύπτει, του Ντίνου Σιώτη


Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Μαργαρίτας Πουρνάρα (16 Σεπτεμβρίου 2012) από αυτές εδώ τις σελίδες, η κρίση έχει στρέψει τα φώτα του κόσμου στην Ελλάδα καθιστώντας την μια «εξωτική» χώρα και τους καλλιτέχνες της «εξωτικά» όντα. Είναι μια αρνητική συγκυρία, αλλά και μια ευκαιρία που, με αφορμή την κρίση, κάνει τους ξένους να θέλουν να ερμηνεύσουν τις ποικίλες ψηφίδες της ελληνικής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Η Ελλάδα, σημείο αναφοράς της παγκόσμιας κρίσης, «παίζει» πολύ και στον κόσμο των social media. Η κρίση έκανε την Ελλάδα της μόδας. Ο κόσμος στο εξωτερικό «βλέπει» και «ακούει» πολλή Ελλάδα. Ο κόσμος της διανόησης, οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς, οι επιστήμονες εκεί έξω συμπάσχουν με τον Έλληνα συνάδελφό τους, ανησυχούν, τείνουν χείρα συμπαράστασης.
Πολλοί Έλληνες ποιητές βρίσκουν το θάρρος να μιλήσουν για την κρίση και για όσα συμβαίνουν γύρω τους, για την αλήθεια που ζουν. Οι ποιητές δεν βλέπουν την κρίση όπως τη βλέπουν οι οικονομολόγοι, οι πολιτικοί αναλυτές και τα ξένα πρακτορεία ειδήσεων, που με παραμορφωτικούς φακούς αλλοιώνουν τα γεγονότα, μεγεθύνοντας τη δυστυχία, τη βία, τον φόβο, την απελπισία, τη φτώχεια, εξαλείφοντας ό,τι καλό υπήρξε ή υπάρχει σε αυτή τη χώρα. Γιατί η ποίηση δεν είναι είδηση, δεν είναι ανταπόκριση, δεν είναι ρεπορτάζ, δεν είναι τσιτάτο, αλλά η αυτόφωρη και αυτόφωτη εμπνευσμένη αφήγηση τόσο του στιγμιαίου όσο και του αιώνιου. Η ποίηση προκύπτει ως ανάγκη. Οι Έλληνες ποιητές αντιδρούν στη δυσφήμηση της χώρας τους προτάσσοντας τον συλλογικό χρόνο στον ατομικό χρόνο, τη συλλογικότητα και την κοινωνιοκεντρική αντίληψη στην εγωκεντρική. Προτάσσουν έναν λόγο ποιητικό που έρχεται από τη μακραίωνη ελληνική παράδοση: οι ρίζες του Ομήρου έχουν πάει πολύ βαθιά σε όλη την παγκόσμια ποίηση, ενώ ο Καβάφης έχει καταστεί μέγιστος ποιητής διεθνούς εμβέλειας.

Μπορεί να αλλάξει η εικόνα μας μέσω ενός Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης;

Περισσότερο προφανής από ποτέ είναι σήμερα η ανάγκη διαχείρισης της κακής εικόνας της Ελλάδας διεθνώς. Μέσα από τις αναγνώσεις, τις απαγγελίες, τις εργασίες και τις ημερίδες του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών (Athens World Poetry Festival), που σχεδιάζoυν για τον Σεπτέμβριο του 2013 ο Κύκλος Ποιητών, ο Δήμος Αθηναίων, το Μέγαρο Μουσικής Aθηνών και το Μουσείο Μπενάκη, η χώρα μας θα προβάλει προς τα έξω τη δημιουργική, καλλιτεχνική, σύγχρονη εικόνα της και θα προκύψει, σε βάθος χρόνου, ένα νέο είδος φιλελληνισμού που, ενδεχομένως, θα αντιστρέψει τα αρνητικά πρότυπα. Ένα νέο είδος φιλελληνισμού που φέρνει στο προσκήνιο την ελληνικότητα όπως την αντιλήφθηκαν οι Μπάιρον, Γκαίτε, Χένρι Μίλερ και Λόρενς Ντάρελ, και όπως την αντιλαμβάνονται οι σύγχρονοί μας Γκίντερ Γκρας, Μάριο Βάργκας Γιόσα, Λέντο Ίβο και Αφόνσο Ρομάνο ντε Σαντ’Ανα: πηγή συναντίληψης των προβλημάτων του ανθρώπου και μεγαλόψυχη ροή ανθρωποκεντρισμού. Προτεραιότητα ο άνθρωπος και όχι οι αριθμοί. Προτεραιότητα ο απλός πολίτης και ό,τι τον συνιστά και όχι οι τράπεζες. Προτεραιότητα η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά και όχι οι αγορές. Προτεραιότητα ο αντίλογος στην τεχνοκρατική κηδεμονία που εθελοτυφλεί, τη στιγμή που ο πολιτισμός της χώρας μας από άλλα κατάγεται, περί άλλα τυρβάζεται, άλλα εκπέμπει, άλλα επαγγέλλεται και για άλλα προνοεί.

Πηγή: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_03/03/2013_512871