Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Σαν σήμερα 50 χρόνια πριν η Ελλάδα πήρε το πρώτο της Νόμπελ (25/10/1963)

"Πού να είσαι;
Πάντα το ίδιο ερώτημα,Μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη.Κάποτε τη μισώ.Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω.Δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ.
Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις.Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;"

’’σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: « είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»

Στην ανακοίνωση της η Ακαδημία της Στοκχόλμης σημείωνε πως o Γιώργος Σεφέρης πήρε το βραβείο εξαιτίας:

«της εξέχουσας λυρικής γραφής του, που εμπνέεται από βαθιά αισθήματα για τον Ελληνικό κόσμο του πολιτισμού».

Η είδηση πως ο ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας και εκτόξευσε και επισήμως την χώρα του Ομήρου στην κορυφή της ποίησης παγκοσμίως.

Τον Δεκέμβριο του 1963 μετέβη για την απονομή στην Στοκχόλμη και απήθυνε μια ομιλία που έχει μείνει ιστορική και διαβάζεται πάντα με σαφείς αναφορές στην ιστορική συνθήκη κάθε στιγμής.

«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση.
Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση.
Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα*.
Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα πρώτα από τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μια χώρα μικρή.
Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου.
Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή.
Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται.
Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα.

Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· Κανόνας της είναι η δικαιοσύνη.

Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει:
«...θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε...»

Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του.
Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή.
Το ίδιο και η ποίηση.
Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει* ανάμεσα σ' ένα λαό περιορισμένο.
Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση.
Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε;
Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά.
Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν' ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση".

Γ. Σεφέρης.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας

Στις 20 Οκτώβριου 1932 κυκλοφόρησε σε 50 αριθμημένα εκτός εμπορίου αντίτυπα η Στέρνα του Γ. Σεφέρη. Επειδή ο ποιητής υπηρετούσε στο Λονδίνο, την επιμέλεια της έκδοσης ανέλαβε ο Κατσίμπαλης. Στην αλληλογραφία των δυο ανδρών («Αγαπητέ μου Γιώργο» Αλληλογραφία (1924-1970), επιμ. Δ. Δασκαλόπουλος, Ίκαρος 2009) μας διασώζονται οι σχετικές συνεννοήσεις (το χαρτί που θα χρησιμοποιηθεί, το δέσιμο, το αν θα υπάρχει εξώφυλλο και τι θα αναγράφει κτλ), αλλά κι έναν άκρως ενδιαφέροντα διάλογο για το ίδιο το ποίημα, η οποία εύκολα ξεστράτισε σε συζήτηση για το νόημα της Ελληνικότητας, το χρέος των ποιητών και, βεβαίως, τη σχέση της Ελλάδας με την Δύση (και την Ανατολή κατ’ επέκταση) –τα αιώνια δηλαδή ερωτήματα που απασχολούν κάθε γενιά από το 1204 και δώθε και στα οποία ο καθένας μας πρέπει να δώσει μια κάποια απάντηση για να μπορέσει να πορευτεί. Η Στέρνα, με το ύφος, τον ρυθμό και την μορφή της ξένισε. Με εξαίρεση τον Γ. Αποστολίδη (στον οποίο είναι αφιερωμένη), που τη θεωρεί αριστούργημα, οι υπόλοιποι της παρέας στέκουν αμήχανοι στην καλλίτερη περίπτωση απέναντί της. Στη χειρότερη, απολύτως αρνητικοί –σε αυτή την κατηγορία ανήκει και ο επιμελητής της έκδοσης, ο Γ. Κατσίμπαλης,«Γιώργο, θαρρώ πως μας επρόδωσες και πως σ’ έφαγε κι εσένα η Φραγκιά», δηλώνει ορθά-κοφτά στην επιστολή 8ηςΟκτωβρίου, που απευθύνει στον Σεφέρη.  Και συνεχίζει:«Παράτησε τον (δήθεν) άνθρωπο του αιώνα σου και κοίταξε να εκφράσεις κάτι από τον τόπο σου κι από τη φύση του, που είναι και δική σου φύση –όπως τουλάχιστο το πιστέψαμε εμείς κάποτε, όσοι περιμέναμε κάτι από σένα».Σημειώνει δε με τον ορμητικό τρόπο που τον χαρακτήριζε:«Παρόλα τα συγκλονιστικά γεγονότα της Χαλκιδικής (χωρίς καλαμπούρι), των εκλογών, της κρίσης κλπ. απολαμβάνω  και χαίρομαι αυτό το πανηγύρι τούτο του Θεού συνεπαρμένος από μια ακράτητη έκσταση (…) Γυρίζοντας κάθε μέρα σπίτι, μέσα στα «κατάλαμπρα» αυτά μεσημέρια, κάτω από τα «καταγάλανα» ουράνια, συναντώ (λίγο παρακάτω από του Παπουτσάκη) στο δρόμου μου μια… στέρνα, μ’ ένα σκέπασμα από τσιμέντο κι ένα τετράγωνο ανοιγματάκι στη μέση του, που αφήνει να φαίνεται το σκοτεινό νερό της. (…) Τι αντίθεση και τι ασχήμια αυτή η στέρνα μέσα στο φωτεινό κι υπέρλαμπρο πανηγύρι που μας περιστοιχίζει! Ως πότε θα τ’ αγνοούμε το πανηγύρι αυτό και θα καταφεύγουμε στις σκοταδερές στέρνες να βυθίζουμε την ψυχή και τη νιότη μας, αντί να την υψώνουμε υπέρλαμπρο ολοκαύτωμα πάνω σ’ ένα κορφοβούνι κάτω από τον πυρακτωμένον ήλιο;»Η επιστολή του Κατσίμπαλη, όπως παρατηρεί ο βιογράφος του Σεφέρη, Ρ. Μπήτον (Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον άγγελο, Ωκεανίδα 2003), καταλήγει να είναι μια «εκπληκτική πραγματεία, όπου οι επιφυλάξεις του για τη Στέρνα λειτουργούν ως καταλύτης για μια σειρά από παθιασμένα αιτήματα, τα οποία θα έχουν μακροχρόνιο αντίκτυπο όχι μόνον στην εξέλιξη του Γιώργου ως ποιητή, αλλά και σε ολόκληρο το λογοτεχνικό κίνημα της Ελλάδας, το οποίο σύντομα θα γίνει γνωστό ως η “Γενιά του Τριάντα”».Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό η μεταγενέστερη ποίηση του Σεφέρη επηρεάστηκε από τις ιδέες αυτές του ισόβιου φίλου και συνομιλητή του, πάντως σε εκείνη την περίσταση, δεν ήταν διατεθειμένος να ακολουθήσει το παράδειγμά του και να ξεχάσει τα «συγκλονιστικά γεγονότα» που συνέβαιναν στον ίδιο και τον κόσμο και να παραδοθεί σε μια έκσταση.Η απάντησή του, που γράφτηκε 2 μέρες αργότερα, έχει έντονο απολογητικό χαρακτήρα. Αναφέρεται στη μέχρι τότε ζωή του – είναι μια από τις σπάνιες φορές που αναθυμάται το σπίτι του στη Σμύρνη και σημειώνει πως αν δεν είχε μεσολαβήσει ο Ξεριζωμός «ίσως να ήταν τα πράγματα κάπως διαφορετικά, χειρότερα ή καλλίτερα ποιος ξέρει;»Απαντάει στον Κατσίμπαλη πρώτα με τον τρόπο του –αντιπαρατάσσει στην ορμή και το πάθος του μαγκουροφόρου τον βαθύ και φαινομενικά αργό στοχασμό και στις ιδέες του, που αναγκαστικά, όπως όλες οι ιδέες καταλήγουν μονόπαντες, την περιπλοκότητα της ζωής. Αυτό είναι το νόημα της φράσης του, όταν λέει:«Όσα μου λες είναι σωστά. Είναι όμως και άδικα για μένα.»Μια απόφανση μπορεί σωστή και άδικη μαζί, δίψυχη, να συναμφοτερίζει, όπως η ζωή και οι άνθρωποι –άλλωστε κι η Στέρνα για την διπλή φύση του έρωτα, της ηδονής και του θανάτου, μιλάει.Δεν θα παρασυρθώ περισσότερο σχολιάζοντας την σεφερική επιστολή –έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς αυτοβιογραφούμενος ο Σεφέρης τοποθετεί τον εαυτό του στη χορεία των μεγάλων ποιητών της σύγχρονης Ελλάδας, που είναι Έλληνες και ξένοι ταυτόχρονα (πάλι διφυσεία έχουμε εδώ).Θα περιοριστώ στην άμεση απάντηση που έδωσε στον Κατσίμπαλη. Του γράφει:«Το δύσκολο δεν είναι να υψωθούμε προς το “υπέρλαμπρο πανηγύρι”, το δύσκολο είναι να λυτρωθούμε από την τραγική μας μοίρα, και ο αγώνας αυτός θα φάει, καθώς το φοβούμαι, πολλές γενιές ανθρώπων, αν υπάρξουν τόσοι πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα».Είναι σαφές: Από το έξω φως, ο Σεφέρης προτιμά το μέσα σκοτάδι. Από την ανέμελη έκσταση, την οδυνηρή επαφή με την πραγματικότητα. Από την ύψωση στα κορφοβούνια, που προϋποθέτει λησμονιά της πραγματικότητας, μέσα καταβύθιση.Και κάτι ακόμα:Μας λέει ο Σεφέρης, πως αν το «υπέρλαμπρο πανηγύρι», είναι ατομικό προνόμιο και δυνατότητα του καθενός από μας, η λύτρωση από την «τραγική μας μοίρα» είναι συλλογικό κατόρθωμα – έργο πολλών γενεών και πολλών ανθρώπων, που θα εργαστούν έχοντας αυτό τον στόχο.Διαβάζοντας αυτά τα λόγια σκέφτομαι ότι χάσαμε μια ολόκληρη γενιά, 30 μεταπολιτευτικά χρόνια, όχι στο υπέρλαμπρο πανηγύρι, αλλά την ιλουστρασιόν αποχαύνωση. Χάσαμε μια ολόκληρη γενιά κι αποκτήσαμε αναπηρίες που πριν δεν είχαμε.Τουλάχιστον, ας υπάρξουν στην Ελλάδα όσοι άνθρωποι χρειάζονται για να ξεφύγουμε από την τραγική μας μοίρα. Θα είναι κρίμα να χαθούμε έτσι…

πηγή: http://fvasileiou.wordpress.com/2013/09/07/cterna/

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Γ. Σεφέρης: Ο τόπος αυτός που μας εξευτελίζει

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1936. ΟΙΚΙΑ ΦΛΩΡΟΥ, ΑΙΓΙΝΑ. Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότατο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσο σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά δεν είναι ο τόπος μας αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό. Ωστόσο νομίζω πως αυτό το συναίσθημα, συνειδητό ή όχι -αδιάφορο, χαραχτηρίζει όσους από τους ανθρώπους μας των εκατό τόσων τελευταίων χρόνων αξίζει να τους λογαριάσει κανείς. Οι μεγάλοι κολυμπητάδες, που αγωνίστηκαν, όσο κρατούσαν τα μπράτσα τους, να φτάσουν και να ιδούνε από πιο κοντά αυτό το σκληρό νησί του Αιόλου, την άλλη Ελλάδα.

ΤΕΤΑΡΤΗ, 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1938, ΑΘΗΝΑ. Ο τόπος αυτός που μας πληγώνει, που μας εξευτελίζει. Η Ελλάδα γίνεται δευτερεύουσα υπόθεση, όταν συλλογίζεται κανείς τον Ελληνισμό. Ό,τι από την Ελλάδα μ’ εμποδίζει να σκεφτώ τον Ελληνισμό, ας καταστραφεί. Αν ήταν δίκαιο να μεγαλώσει ο τόπος αυτός, δεν ήταν για να έχουμε περισσότερους βουλευτές, νομάρχες ή χωροφύλακες· ήταν για να μπορέσει ν’ αναπτυχθεί σε μια γωνιά της γης ο Ελληνισμός -αυτή η ιδέα της ανθρώπινης αξιοσύνης και της ελευθερίας, όχι αυτή η αρχαιολογική ιδέα.

Δεν πιστεύω σ’ αυτούς τους ανθρώπους που φλυαρούν, ή στους άλλους που δεν ξέρουν τι κάνουν· δεν εννοώ να βουλιάξω μέσα στην απερίγραπτη μιζέρια των χαρακτήρων -πιστεύω σε δυο-τρεις ιδέες που προχωρούν, και τώρα ακόμη, ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια, σ’ αυτή τη γλώσσα. Γι’ αυτές τις δυο-τρεις ιδέες που πρέπει να ζήσουν εδώ, και μονάχα εδώ θα μπορούσαν να ζήσουν καθώς τις σκέπτομαι, υπομένω αυτή την αθλιότητα.

Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ΄. 16 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 1940, Ίκαρος, Αθήνα 1984

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Η Κύπρος του Σεφέρη, του Χρήστου Σιάφκου

Ανακαλύπτεις αίφνης έναν τόπο κι αυτός μοιραία γίνεται πατρίδα σου κι ας γεννήθηκες αλλού. Οι τόποι και οι άνθρωποι έχουν αυτή την απρόσμενη ιδιότητα, να κυριαρχούν στο μέσα κόσμο, να τον κατακυριεύουν. Κι εσύ θέλοντας και μην αφήνεσαι να υποταχτείς στη θέληση που δέχεσαι να σου επιβληθεί, όπως ακριβώς συνέβη και με τον Γιώργο Σεφέρη, δύο φορές στη ζωή του, τη μια με τη Μαρώ και την άλλη με την Κύπρο.
«Στον κόσμο της Κύπρου, Μνήμη και αγάπη», έγραψε ως αφιέρωση στο «Κύπρον ου μ' εθέσπισεν (οικείον Απόλλων)», που σημαίνει «στην Κύπρο όπου μ' έταξε να κατοικώ ο Απόλλων». Οι στίχοι από την «Ελένη» του Ευριπίδη έγιναν για τον Σεφέρη μότο για μια σχέση που άρχισε πριν ακόμα γνωρίσει το σώμα του νησιού.
«Ηδη από το 1931, όταν υπηρετούσε ως πρόξενος στο Λονδίνο, έγραφε στην αδελφή του Ιωάννα Τσάτσου να του στείλει πληροφορίες για την επανάσταση στο νησί. Η άμεση επαφή του ξεκίνησε όμως το φθινόπωρο του 1953 όταν πήγε από τη Βηρυτό, όπου υπηρετούσε ως πρέσβης, στην Κύπρο για διακοπές που κράτησαν ένα περίπου μήνα», λέει ο Γιώργος Γεωργής, πρώην πρέσβης της Κύπρου στην Αθήνα και αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου.
«Αυτή η πρώτη επαφή είχε καταλυτική σημασία γι' αυτόν, γιατί από τότε ουσιαστικά θα αφοσιωθεί στο νησί. Αλλωστε ο ίδιος έγραφε ότι μόνο σε δυο πράγματα είχε αφοσιωθεί στη ζωή του, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Κύπρο», συνεχίζει ο Γεωργής.
Τα κυπριακά ποιήματα περιλαμβάνονται στη συλλογή «Κύπρον ου μ' εθέσπισεν», που κυκλοφόρησε μετά τις τρεις επισκέψεις του στην Κύπρο, το 1955 από τον «Ικαρο». Οι στίχοι διά στόματος Τεύκρου δένουν με τη διάθεση του Σεφέρη, που μέχρι το 1953 θεωρούσε τον εαυτό του πρόσφυγα ταξιδιώτη. Ως έναν που φορούσε την περσόνα του Οδυσσέα. Οταν όμως έφτασε στην Κύπρο ένιωσε ως νέος Τεύκρος, βρήκε στο νησί νέα πατρίδα, μετά τη Σμύρνη.
Και γι' αυτή την πατρίδα μίλησε και έτσι: «Τ' αηδόνια δεν σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες./Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,/συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους/στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές/αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν./Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη/βήματα και χειρονομίες· δε θα τολμούσα να πω φιλήματα·/και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας...».
Αμμόχωστος, 1953
«Ο Σεφέρης είχε μια μανία να γυρίζει τα χωριά μας με τον Ευάγγελο Λοΐζο, που τον φιλοξενούσε στην Αμμόχωστο "σ' αυτό το σπίτι που πάει να γίνει φυτό", όπως έγραφε ο ίδιος. Ταξίδευε στα χωριά, έμπαινε στις εκκλησίες, πήγαινε σε ταβέρνες και καφενεία. Εχουμε χαρακτηριστικές περιγραφές και μέσα στο ημερολόγιό του, π.χ. όταν πήγε στο Παραλίμνι και τον σύστησαν στον καντηλανάφτη ως πρέσβη της Ελλάδας, αυτός είπε "α, ήρθε να μας φέρει την ένωσιν;"», επισημαίνει ο Γεωργής.
Είναι η περίοδος που στην Κύπρο προετοιμάζεται ο αγώνας, υπάρχει εθνική ανάταση, ο Σεφέρης συλλαμβάνει το κλίμα και γι' αυτό στη Σαλαμίνα λέει π.χ. για τους Αγγλους «Φίλοι του άλλου πολέμου, σας συλλογίζομαι...». Οι υπαινιγμοί του είναι συνεχείς, άλλωστε τότε φωτογραφίζει σ' έναν τοίχο το περίφημο σύνθημα «Την ένωσιν θέλωμεν κι ας τρώγωμεν πέτρες».
Τον Φεβρουάριο του 2000, στο διεθνές συνέδριο για τον Γιώργο Σεφέρη που έγινε στις Πλάτρες, ο Γιώργος Γεωργής μιλώντας για τον πολιτικό Σεφέρη, αναφέρθηκε και στην πρόθεση των Αγγλων να επιστρέψουν μετά τον Πόλεμο τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στη σύμμαχο Ελλάδα, αντιθέτως ο αντιβασιλέας και αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ζήτησε την ένωση με την Κύπρο.
«Οντως έτσι είχε συμβεί. Ο Σεφέρης, ως διευθυντής του γραφείου του Δαμασκηνού, τον συνόδευσε στο Λονδίνο και τον υποκίνησε να διεκδικήσει την Κύπρο. Ο τελευταίος δήλωσε προς τους Αγγλους επισήμους ότι δεν επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα χωρίς την Κύπρο. "Είναι ο μόνος τρόπος" τους είπε "αν θέλετε αντιμετωπίσουμε επιτυχώς τους αριστερούς". Πίσω από την πρόταση κρυβόταν ο Σεφέρης, ο οποίος κατά τα άλλα ήταν ένας προοδευτικός αστός και δεν είχε σχέση με την παραδοσιακή φιλοβασιλική αριστοκρατία του υπουργείου Εξωτερικών», λέει ο Γεωργής.
Σημειώστε πως οι Αγγλοι μάς είχαν προσφέρει άλλη μια φορά την Κύπρο, το 1915, εφόσον μπαίναμε στο πλευρό τους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Φυσικά η υπόσχεση δεν τηρήθηκε ποτέ.
Ο Σεφέρης επέστρεψε ξανά στο νησί το 1954 και το 1955, έγραψε κι άλλα ποιήματα, ενώ σημείωνε στο ημερολόγιό του τις εντυπώσεις του. Τον εντυπωσίαζε η απλότητα του κόσμου και παραλλήλιζε ακριβώς αυτό τον κόσμο με τους αγρότες της περιοχής της Σμύρνης ή μάλλον με τον κόσμο των Βουρλών, δηλαδή της περιοχής όπου περνούσε τα καλοκαίρια του στο κτήμα της γιαγιάς του, που προερχόταν από την οικογένεια Τενεκίδη.
Σεισμόπληκτα παιδιά. Μονή Κύκκου, 1953
Η προτελευταία επίσκεψη, το 1955, του ποιητή στο νησί έγινε παρά τη δυσαρέσκεια του υπουργείου Εξωτερικών. Λέει ο Γεωργής: «Το υπουργείο δεν θα ήθελε να προκαλέσει την αγγλική διοίκηση της Κύπρου. Ο ίδιος ο Σεφέρης βέβαια έγραφε πως όλα αυτά αποτελούσαν υπερβολική έκφραση ευαισθησίας των υπηρεσιακών παραγόντων της ελληνικής διπλωματίας. Βεβαίως οι Αγγλοι τον παρακολουθούσαν. Οταν διορίστηκε το 1957 πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο, η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα έστειλε μια αναφορά όπου έγραφε πως ο νέος πρέσβης είναι "πολύ ενωτικός και ολίγον βαρήκοος". Ο Σεφέρης ωστόσο στάθηκε και υποστήριξε την Κύπρο και από το πόστο του Λονδίνου και διαφώνησε έντονα και επί της ουσίας με τις προετοιμασίες για λύση του Κυπριακού, όταν πληροφορήθηκε από τον Αβέρωφ την αποδοχή του σχεδίου λύσης που πρότεινε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ζορλού. Εστειλε στον Αβέρωφ μια επιστολή στην οποία έγραφε πως με παρόμοια λύση η Τουρκία κάποτε θα έμπαινε στην Κύπρο. Αποδείχτηκε προφητικός σ' αυτές του τις επισημάνσεις».
Η τελευταία επίσκεψη του ποιητή στο νησί διήρκεσε μόνο μια μέρα, το 1970, ένα χρόνο πριν πεθάνει. Στη διάρκεια μιας κρουαζιέρας, το πλοίο έπιασε στην Αμμόχωστο κι αυτός βρήκε την ευκαιρία να επισκεφθεί την Αγία Νάπα.
Μια ακόμα χαρακτηριστική λεπτομέρεια, μοιραία αν θέλετε, σηματοδοτείται από τη συνάντηση του Σεφέρη στην Κύπρο με τον Λόρενς Ντάρελ. Οι δυο τους είχαν γίνει φίλοι προπολεμικά, όταν ο Ντάρελ ζούσε στην Ελλάδα και είχε μπει στον κύκλο του Γιώργου Κατσίμπαλη. Ο Αγγλος συγγραφέας πήγε στην Κύπρο μετά το τέλος του Πολέμου, γύρω στα 1950, εγκαταστάθηκε στο Μπέλα Παΐς, όπου δίδασκε αγγλική φιλολογία στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, επί της ουσίας ωστόσο δούλευε για τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας του. Ο Σεφέρης εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τον Ντάρελ, ενοχλημένος προφανώς από το γεγονός πως ο πρώην συμπολεμιστής, που εμφανιζόταν και ως φιλειρηνιστής, είχε αναλάβει την προπαγάνδα της αγγλικής κυβέρνησης εναντίον του αγώνα των Κυπρίων. Τον συνάντησε μια φορά το 1953 και στη συνέχεια έγραψε το ποίημά του «Στα περίχωρα της Κυρήνειας», όπου αφήνει αιχμές για τον Ντάρελ, τις οποίες προφανώς ο τελευταίος αντιλήφθηκε όταν δημοσιεύθηκε το ποίημα το 1955.
Ο μαστρο-Χρήστος, 1954
Και πώς ήταν δυνατόν να μην τις αντιληφθεί. Να οι στίχοι: «Γνωρίσατε τον ποιητή,/ή κάτι τέτοιο, που έμενε τον περασμένο μήνα εδώ;/Το αίσθημα τ' ονομάζει παλίμψηστη λιβιδώ·/πάρα πολύ ασυνήθιστος· τι θέλει/να πει, δεν το ξέρει κανείς· κυνικός και φιλέλλην./Σώστροφος σνομπ./Κάποτε αστείος· τώρα είναι στα λουτρά./Στην Ιταλία καθώς άκουσα./Ναι, κάποιο "σπα"./Λέει πως ωφελούν την αφροδίσια ρώμη».
Ο Ντάρελ έφυγε οριστικά το 1956 από την Κύπρο. Είχε γράψει μια ποιητική συλλογή, το «Τεμπελόδεντρο», για το δέντρο στην πλατεία του Μπέλα Παΐς, όπως έγραψε κι ένα βιβλίο ανάμεσα στο ταξιδιωτικό και στο μυθιστόρημα, τα «Πικρολέμονα», όπου καταθέτει τις εμπειρίες του για τον κυπριακό αγώνα και τον κυπριακό λαό. Πρόκειται για βιβλίο που εξόργισε τον φίλο και συνεργάτη του Σεφέρη, Ρόδη Ρούφο, ο οποίος σε απάντηση ακριβώς έγραψε το μυθστόρημά του «Χάλκινη εποχή». Οσο για τον Κύπριο ποιητή Κώστα Μόντη, έγραψε τις «Κλειστές πόρτες», επίσης ως απάντηση στον Ντάρελ.

* Οι φωτογραφίες είναι από το λεύκωμα «Οι φωτογραφίες του Γιώργου Σεφέρη», έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης. 

πηγή:  http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes--politismos&id=355551

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Γιώργος Σεφέρης, Ευριπίδης, Aθηναίος

Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Tροίας
και στα λατομεία της Σικελίας.

Tου άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της
      θάλασσας.
Eίδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ' αγρίμια·       5
προσπάθησε να το τρυπήσει.
Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι·
ήρθε ο καιρός και τον σπαράξαν τα σκυλιά.

(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974)

Σεφέρης Γιώργος, Επιτύμβιο στη Γάτα μου την Tούτη

Eίχε το χρώμα του έβενου τα μάτια της Σαλώμης
η Tούτη η γάτα που έχασα· διαβάτη, μη σταθείς.
Bγήκε απ' το χάσμα που έκοβε στης μέρας το σεντόνι
τώρα να σκίσει δεν μπορεί του ζόφου το πανί.

Άγκυρα 22.8.1949

(από το Tετράδιο Γυμνασμάτων, β΄, Ίκαρος 1976)

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Γ. Σεφέρης, Κράτησα τη ζωή μου (Επιφάνια) [μουσική: Μ. Θεοδωράκης, φωνή: Αντ. Καλογιάννης]


Γ. Σεφέρης, Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι (μουσική: Δ. Μούτσης, φωνή: Μ. Μητσιάς)

Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι
γκρινιάζει κάποιος φωνογράφος
πες μου - τι να της πω Χριστέ μου
τώρα συνήθισα μονάχος

Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι
λόγια για λόγια κι άλλα λόγια
αγάπη πού 'ναι η εκκλησιά σου
βαρέθηκα πια στα μετόχια

Αχ, αν ήταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την πέρναμε κατόπι
μα αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψει σε μια κόχη

Τάχα, παρηγοριά θα βρούμε
η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα - όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα - ζήτα

Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι
βλέπω τα κόκκινά της νύχια
μπρος στη φωτιά πως θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Γ. Σεφέρης, Γυμνοπαιδία A΄. Σαντορίνη

Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ' όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Bρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ' αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Eδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.

Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη
         αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης
στην ωμοπλάτη·
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.

Bωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.

Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες ψυχές·
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά·
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμη και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου·
άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ' τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.

 (από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974)

Έλληνες του πνεύματος & της τέχνης: Γεώργιος Σεφέρης (παραγωγή του ΣΚΑΪ)


Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγια Καταστρώματος


Γιώργος Σεφέρης, Βίος και έργο

Ο Γιώργος Σεφέρης (Σμύρνη 29 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου 1900 – Αθήνα 20 Σεπτεμβρίου 1971) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και εκ των δύο μοναδικών βραβευμένων με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Ελλήνων, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη.

Βιογραφία

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης. Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου/ 13 Μαρτίου[1] του 1900 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Στέλιου και της Δέσπως (το γένος Γ. Τενεκίδη) Σεφεριάδη. Το 1906 αρχίζει η μαθητική του εκπαίδευση στο Λύκειο Χ. Αρώνη. Το 1914, εποχή κατά την οποία άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους του, με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου κατά τη θερινή περίοδο του έτους, η οικογένεια μετανάστευσε στην Ελλάδα. Ο Γιώργος Σεφέρης ενεγράφη στο Πρότυπο Κλασσικό Γυμνάσιο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε το 1917. Στις 14 Ιουλίου του ίδιου έτους, η μητέρα του μαζί με τους δύο γιους και την κόρη της Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο Κ. Τσάτσου) μετέβη στο Παρίσι, όπου ο πατέρας τους Στέλιος εργαζόταν ως δικηγόρος. Ο Γιώργος Σεφέρης έμεινε εκεί μέχρι το καλοκαίρι του 1924, ακολουθώντας σπουδές λογοτεχνίας και αποκτώντας το πτυχίο της Νομικής, οπότε μετέβη στο Λονδίνο για την τελειοποίηση των αγγλικών του εν όψει των εξετάσεων στο Υπoυργείο Εξωτερικών.

Το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα και το 1927 διορίζεται στη διπλωματική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών ως ακόλουθος πρεσβείας. Κατά το ίδιο έτος πεθαίνει η μητέρα του, Δέσπω. Τον Ιούλιο του 1928 δημοσιεύει στη Νέα Εστία, επώνυμα ως Γ. Σεφεριάδης, το "Μια βραδιά με τον Κύριο Τεστ", μετάφραση έργου του Βαλερί. Το 1929 συνοδεύει τον Εδουάρδο Εριό σε ταξίδι του στην Ελλάδα. Τον Μάιο του 1931 εκδίδεται με το ψευδώνυμο Γ. Σεφέρης η "Στροφή" και τον ίδιο χρόνο διορίζεται υποπρόξενος και έπειτα διευθύνων του ελληνικού Γενικού Προξενείου του Λονδίνου, όπου θα παραμείνει μέχρι και το 1934. Τον Μάιο του 1932 δημοσιεύεται το έργο του Μια νύχτα στην ακρογιαλιά και τον Οκτώβριο η Στέρνα, αφιερωμένη στον Γιώργο Αποστολίδη. Το 1933 ο πατέρας του, Στέλιος, εκλέγεται Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγράφεται ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1934 ο Γ. Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα και τον Ιανουάριο του 1935 αρχίζει η συνεργασία του με τις εκδόσεις Νέα Γράμματα, αναδημοσιεύοντας τη Στέρνα. Το 1936 διορίζεται πρόξενος στη Κορυτσά, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1938. Στις 13 Φεβρουαρίου του 1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή του περί της δημοτικής γλώσσας. Το 1938 μετατίθεται στην Αθήνα ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών.
Το 1941 ο Γιώργος Σεφέρης νυμφεύεται τη Μαρία Ζάννου και στις 22 Απριλίου το ζεύγος ακολουθεί την ελληνική κυβέρνηση, που μέσω Κρήτης στις 16 Μαΐου καταφθάνει στην Αίγυπτο και παραμένει στην Αλεξάνδρεια. Τον Αύγουστο ο Γιώργος Σεφέρης συνοδεύει την Πριγκίπισσα Διαδόχου Φρειδερίκη και τα δύο της παιδιά, Σοφία και Κωνσταντίνο, στο Γιοχάνεσμπουργκ και από εκεί στην Πραιτόρια υπηρετώντας στην εκεί Ελληνική Πρεσβεία μέχρι το 1942. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του Γιώργου Σεφέρη χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις. Έτσι, ως ακόλουθος κι αργότερα ως πρέσβης, υπηρέτησε σε πολλές ελληνικές πρεσβείες του εξωτερικού, γεγονός το οποίο καθόρισε σημαντικά το έργο του.
Αν και η παιδεία και εκπαίδευσή του του ήταν περισσότερο ευρωπαϊκή παρά ελληνική, εκείνος όχι μόνο δεν απαρνήθηκε την ελληνική λογοτεχνία, αλλά την καλλιέργησε σε βάθος με σκοπό να την ανανεώσει. Η ποίησή του επηρεάστηκε από τον Έλιοτ (T.S Elliot), τον Κλωντέλ, το Βαλερί και τον Πάουντ (Ezra Pound). Το γεγονός όμως που χάραξε ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στη συνείδηση του ποιητή ήταν η εθνική καταστροφή του 1922 κι ο ξεριζωμός του μικρασιατικού ελληνισμού.
Το 1963 η φήμη του Σεφέρη ξεφεύγει από τα εθνικά όρια και εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Καρπός της η βράβευσή του με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία Επιστημών. Είναι ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με το παγκοσμίως ανώτερο βραβείο πνευματικής προσφοράς. Έως σήμερα ακολούθησε μόνο ο Οδυσσέας Ελύτης, το 1979. Το 1967 η δικτατορία των Συνταγματαρχών κατέλυσε το Σύνταγμα στην Ελλάδα αναστέλλοντας τις ατομικές ελευθερίες. Ο Σεφέρης εκδηλώθηκε έντονα εναντίον της τόσο γραπτά όσο και με δημόσιες ρητές δηλώσεις του. Στις 28 Μαρτίου 1969 ο Σεφέρης μίλησε για πρώτη φορά δημόσια εναντίον της Χούντας και γι' αυτό το λόγο του αφαιρέθηκε ο τίτλος του πρέσβη επί τιμή, καθώς και το δικαίωμα χρήσης διπλωματικού διαβατηρίου.
Δύο χρόνια αργότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971, ο Γιώργος Σεφέρης πέθανε και η κηδεία του εξελίχθηκε σε σιωπηρή πορεία κατά της δικτατορίας.[2] Μετά τον θάνατό του εκδόθηκε το προσωπικό του ημερολόγιο με τίτλο «Μέρες…» καθώς και το «Πολιτικό» του ημερολόγιο.

Χαρακτηριστικά τnς ποίησης του Γ. Σεφέρη

Περιεχόμενο
α) Είναι μια ποίηση που εμφανίζεται ως απαισιόδοξη, βαρύθυμη και μελαγχολική, απ' την οποία όμως δεν απουσιάζουν εκλάμψεις αισιοδοξίας
β) Ο λόγος του είναι συμβολικός και υπαινικτικός
γ) Βασικά θέματα του η αρχαία και νεότερη ελληνική παράδοση και η συνάντησή της με τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό, η μελαγχολία για τη μοίρα του ελληνισμού, η νοσταλγία του απόδημου και οι χαμένες πατρίδες.

Εργογραφία

Ποιητικές συλλογές

  • Στροφή, Εστία, Αθήνα 1931
  • Πάνω σ' έναν ξένο στίχο, Εστία, Αθήνα 1931
  • Η Στέρνα, Εστία, Αθήνα 1932
  • Σχέδια στο περιθώριο, ανάτυπο από Τα Νέα Γράμματα, Αθήνα 1935
  • Μυθιστόρημα, Κασταλία, Αθήνα 1935
  • Γυμνοπαιδία, ανάτυπο από Τα Νέα Γράμματα, Αθήνα 1936
  • Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937), τυπ. Ταρουσοπούλου, Αθήνα 1940
  • Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄, τυπ. Ταρουσοπούλου, Αθήνα 1940
  • Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄, ιδιωτική έκδοση, Αλεξάνδρεια 1944
  • Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄, Ίκαρος, Αθήνα 1945
  • Τελευταίος σταθμός, ανάτυπο από Το Τετράδιο, 1947
  • Κίχλη, Ίκαρος, Αθήνα 1947
  • Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄ (με τον τίτλο Κύπρον, οὗ μ'ἐθέσπισεν), Ίκαρος, Αθήνα 1955
  • Τρία κρυφά ποιήματα, τυπ. Γαλλικού Ινστιτούτου, Αθήνα 1966
  • Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, Ίκαρος, 1976 (μεταθανάτια έκδοση)

Μυθιστορήματα

  • Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, Ερμής, Αθήνα 1974 (μεταθανάτια έκδοση)
  • Βαρνάβας Καλοστέφανος, Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα 2007 (μεταθανάτια έκδοση, ημιτελές)

Δοκίμια

  • Δοκιμές, τυπ. Γιούλη, Κάιρο 1944
  • Δοκιμές, Φέξης, Αθήνα 1962
  • Εκλογή από τις Δοκιμές, Γαλαξίας, Αθήνα 1966
  • Δοκιμές, Ίκαρος, Αθήνα 1992 (μεταθανάτια έκδοση)

Μεταφράσεις

  • Θ. Σ. Έλιοτ, Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1949
  • Θ. Σ. Έλιοτ, Φονικό στην Εκκλησιά, Ίκαρος, Αθήνα 1963
  • Αντιγραφές, Ίκαρος, Αθήνα 1965
  • Άσμα Ασμάτων, χ.ε., Αθήνα 1965
  • Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, Ίκαρος, Αθήνα 1966

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο πρώτος Νεοέλληνας Νομπελίστας ποιητής μας, ο Γιώργος Σεφέρης


Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Γ. Σεφέρης, Ἐπὶ σκηνῆς Δ´

Ἐπὶ σκηνῆς
Δ´

Ἡ θάλασσα- πῶς ἔγινε ἔτσι ἡ θάλασσα;
Ἄργησα χρόνια στὰ βουνὰ-
μὲ τύφλωσαν οἱ πυγολαμπίδες.
Τώρα σὲ τοῦτο τ᾿ ἀκρογιάλι περιμένω
ν᾿ ἀράξει ἕνας ἄνθρωπος
ἕνα ὑπόλειμμα, μιὰ σχεδία.
Μὰ μπορεῖ νὰ κακοφορμίσει ἡ θάλασσα;
Ἕνα δελφίνι τὴν ἔσκισε μία φορὰ
κι ἀκόμη μιὰ φορὰ
ἡ ἄκρη τοῦ φτεροῦ ἑνὸς γλάρου.
Κι ὅμως ἦταν γλυκὸ τὸ κύμα
ὅπου ἔπεφτα παιδὶ καὶ κολυμποῦσα
κι ἀκόμη σὰν ἤμουν παλικάρι
καθὼς ἔψαχνα σχήματα στὰ βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μοῦ μίλησε ὁ Θαλασσινὸς Γέρος:
«Ἐγὼ εἶμαι ὁ τόπος σου
ἴσως νὰ μὴν εἶμαι κανεὶς
ἀλλὰ μπορῶ νὰ γίνω αὐτὸ ποὺ θέλεις».