Ένα μαθητικό ιστολόγιο του Β' Αρσακείου-Τοσιτσείου Γυμνασίου Εκάλης για το Σχολείο και τον Πολιτισμό
Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013
Τρίτη 11 Ιουνίου 2013
Λογοτεχνικά Βραβεία του Αναγνώστη
Ο Αναγνώστης στο ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τις άλλες τέχνες σας καλεί αύριο Τετάρτη, 12 Ιουνίου, στις 8 μ.μ., στο Μέγαρον Μουσικής, (αίθουσα Μητρόπουλου) να παρακολουθήσετε την τελετή απονομής των Λογοτεχνικών Βραβείων του Αναγνώστη. Θα τιμηθούν ο ακαδημαϊκός και συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός και ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος.
Κυριακή 9 Ιουνίου 2013
Κάρολος Ντίκενς (1812 – 1870)
Άγγλος δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο κορυφαίος μυθιστοριογράφος, που ανέδειξε η βικτωριανή Αγγλία κι ένας από τους σπουδαιότερους σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπήρξε από τους σφοδρότερους επικριτές τόσο των ταξικών διαιρέσεων της αγγλικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, όσο και της τεράστιας φτώχειας, την οποία σήμανε για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού η Βιομηχανική Επανάσταση. Ο Ντίκενς είναι ο συγγραφέας των φτωχών, των ανήμπορων και των ξεγυμνωμένων.
Ο Τσαρλς Τζον Χάφαμ Ντίκενς (Charles John Huffam Dickens) γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1812 στο νησί Πόρτσι, που περιβάλλεται από την πόλη Πόρτσμουθ της Νότιας Αγγλίας. Ήταν το δεύτερο από τα οκτώ παιδιά του Τζον και της Ελίζαμπεθ Ντίκενς. Ο πατέρας του ήταν υπάλληλος στην Υπηρεσία Μισθοδοσίας του Ναυτικού. Αμειβόταν ικανοποιητικά, αλλά οι σπατάλες και η άσωτη ζωή του οδήγησαν πολλές φορές την οικογένεια σε οικονομικό αδιέξοδο ή και στην καταστροφή, με αποκορύφωμα το 1824, όταν ο Τζον Ντίκενς φυλακίστηκε για χρέη.
Το 1817 η οικογένειά του μετακόμισε στο Τσάταμ του Κεντ, όπου ο νεαρός Κάρολος πέρασε πέντε ευτυχισμένα χρόνια. Πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο, έπαιζε πολύ και διάβαζε μανιωδώς τις νουβέλες των Χένρι Φίλντινγκ και Τομπάιας Σμόλετ. Το 1822 η οικογένειά του αναγκάσθηκε να μετακομίσει στο Λονδίνο, λόγω των χρεών του πατέρα του.
Μετά τη φυλάκιση του πατέρα του για χρέη το 1824 έζησε στο σπίτι της γηραιάς κυρίας Ελίζαμπεθ Ρόιλανς, που ήταν φίλη της οικογένειας. Για να πληρώνει τη διαμονή και διατροφή του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να δουλεύει καθημερινά επί δεκάωρο σ’ ένα εργοστάσιο βερνικιών. Οι συνθήκες εργασίας ήταν απάνθρωπες, αλλά διαμόρφωσαν τον κατοπινό συγγραφικό του χαρακτήρα. Τη δική του οικτρή οικονομική κατάσταση και τις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης αποτέλεσαν το θέμα του πιο αγαπημένου του έργου, του αυτοβιογραφικού Δαβίδ Κόπερφιλντ (1849-1850).
Μία απρόσμενη κληρονομιά βοήθησε τον πατέρα του να βγει από τη φυλακή και να διευθετήσει τα χρέη με τους πιστωτές του. Όμως, η σχέση με τον γιο του Κάρολο είχε διαρραγεί οριστικά. Τη διετία 1827-1828 ο νεαρός Ντίκενς δούλεψε ως βοηθός σε δικηγορικό γραφείο και στη συνέχεια ως στενογράφος στα δικαστήρια του Λονδίνου. Οι δύο αυτές ενασχολήσεις τού άφησαν μία βαθειά απέχθεια γιο το αγγλικό δικαστικό σύστημα, που πίστευε ότι ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των πλουσίων.
Το 1830 ο Ντίκενς συνάντησε τον πρώτο έρωτα της ζωής του, στο πρόσωπο της Μαρίας Μπίντνελ, που αποτέλεσε το μοντέλο για τον χαρακτήρα της Ντόρα Σπένλοου στον Δαβίδ Κόπερφιλντ. Οι γονείς της νεαρής κοπέλας εναντιώθηκαν στη σχέση και την έστειλαν να σπουδάσει στο Παρίσι.
Από το 1833 και μετά η επαγγελματική του ζωή εναλλασσόταν μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας. Διετέλεσε πολιτικός και κοινοβουλευτικός συντάκτης σε διάφορα έντυπα φιλελευθέρων αποχρώσεων. Γνωρίζοντας την πολιτική ζωή από τα μέσα, έχασε σιγά -σιγά την εμπιστοσύνη του στο πολιτικό σύστημα, που εξέθρεφε «τη φτώχεια, την πείνα και την αμάθεια», όπως έλεγε, ενώ ήταν ιδιαίτερα επικριτικός για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που «αποδεικνύεται τέλεια αποτυχία». Δεν είχε όμως και κάποια άξια λόγου εναλλακτική λύση να προτείνει.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1830 άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του λογοτεχνικά έργα με τη μορφή επιφυλλιδογραφικών μυθιστορημάτων, δηλαδή σε συνέχειες σε περιοδικά και εφημερίδες. Ήταν σαν να λέγαμε τα τηλεοπτικά σήριαλ της εποχής, εξ ου και η ικανότητα του Ντίκενς να διατηρεί αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη από ενότητα σε ενότητα και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας ένα γεμάτο εντάσεις μύθο, που συνδυάζεται με τη συναρπαστική δράση.
Το πρώτο μυθιστόρημα αυτής της κατηγορίας είναι Τα Χαρτιά του Πίκγουικ, που εξέδωσε το 1836 και αμέσως έκανε γνωστό το όνομά του. Στο έργο αυτό παρουσιάζονται σε εμβρυακή κατάσταση, πολλά από τα χαρακτηριστικά, που υπάρχουν στο μεταγενέστερο μυθοπλαστικό του σύμπαν: σατιρικές ή καταγγελτικές επιθέσεις εναντίον των κοινωνικών κακών και των ανεπαρκών θεσμών, παρεμβάσεις σε κοινωνικά ζητήματα της εποχής, γνώση του Λονδίνου (του χώρου που κυριαρχεί πάντα στα έργα του), ένα διάχυτο πνεύμα συμπόνιας και μια στάση εγκαρδιότητας απέναντι στους ανθρώπους, καθώς και μια ανεξάντλητη δυνατότητα στο πλάσιμο των χαρακτήρων.
Στις 2 Απριλίου 1836 ο Κάρολος Ντίκενς παντρεύεται την Κάθριν Χόγκαρθ, κόρη του ευυπόληπτου σκωτσέζου δημοσιογράφου Τζορτζ Χόγκαρθ, με την οποία θα αποκτήσει δέκα παιδιά. Θα χωρίσουν 22 χρόνια αργότερα, λόγω των εξωσυζυγικών περιπετειών του.
Η φήμη του εκτοξεύεται με τα δύο επόμενα μυθιστορήματα του, Όλιβερ Τουίστ (1837-1838) και Νίκολας Νίκλεμπι (1838-1838), τα οποία αποκαλύπτουν με τα μελανότερα χρώματα τη μαύρη καθημερινότητα του Λονδίνου και του Γιορκσάιρ, με ένα σύμπαν βυθισμένο στην εκμετάλλευση, στο έγκλημα και την πορνεία.
Το 1842 πραγματοποιεί το πρώτο του ταξίδι στις ΗΠΑ, όπου θα παραμείνει επί πεντάμηνο. Παντού γίνεται δεκτός με άκρατο ενθουσιασμό και απολαμβάνει βασιλικών τιμών. Δεν διστάζει, όμως, να θίξει το φιλότιμο των αμερικανών, υποστηρίζοντας την κατάργηση της δουλείας και διαμαρτυρόμενος για την έλλειψη προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων των συγγραφέων της χώρας. Αυτός που ασκούσε δριμύτατη κριτική κατά των βρετανικών θεσμών, περίμενε περισσότερα «από τη δημοκρατία των ονείρων του», όπως έλεγε.
Το 1844 γράφει το πιο δημοφιλές έργο του, τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, που είναι ο μοναδικός χριστουγεννιάτικος μύθος της σύγχρονης λογοτεχνίας και μέσα από τον οποίο ξεπροβάλλει η φιλοσοφία του για τη ζωή, που δεν είναι άλλη από το πνεύμα των Χριστουγέννων, που θα έπρεπε να κυριαρχεί στις σχέσεις των ανθρώπων καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Το 1849 αρχίζει να δημοσιεύει σε συνέχειες το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Δαβίδ Κόπερφιλντ, που αποκαλύπτει το στυγνό πρόσωπο της εργοδοσίας. Δύο άλλα σπουδαία μυθιστορήματά του, ο Ζοφερός Οίκος (1852-1853) και Μικρή Ντόριτ (1855-1857), θα αποτελέσουν ανάθεμα για τους βικτωριανούς θεσμούς και τη βικτωριανή οικονομία (άδικο δικαστικό σύστημα, με σωρεία φυλακίσεων για χρέη, αποχαλινωμένη εργασιακή αγορά, απουσία της οποιασδήποτε προστασίας για τον πολύωρο και προκλητικά απλήρωτο μόχθο).
Το 1855 η πρώτη του αγάπη, η Μαρία Μπίντνελ, επανακάμπτει για λίγο στη ζωή του και αμέσως μετά ερωτεύεται την 27χρονη ηθοποιό Έλεν Τέρναν. Ο γάμος του κλονίζεται και το 1858 ο Ντίκενς χωρίζει από τη σύζυγό του Ελίζαμπεθ. Το σκάνδαλο που θα ξεσπάσει στη συντηρητική βικτωριανή Αγγλία δεν θα επηρεάσει την απήχησή του στο ευρύ κοινό, αλλά θα του στερήσει κάποιες σπουδαίες φιλίες.
Τα επόμενα χρόνια δημοσιεύει δύο από τα πιο γνωστά μυθιστορήματά του, την επική Ιστορία των δύο Πόλεων (1859), που εκτυλίσσεται στο Λονδίνο και το Παρίσι κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης (θεωρείται ένα από τα λογοτεχνικά μπεστ σέλερ, με πωλήσεις άνω των 200 εκατομμυρίων αντιτύπων) και τις Μεγάλες Προσδοκίες (1860-1861), με ήρωα ένα ορφανό, τον Πιπ. Ένα έργο που παρουσιάζει ομοιότητες με τον Δαβίδ Κόπερφιλντ, ως αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο και από την άποψη ότι δίνουν το περίγραμμα κάποιων πλευρών της προσωπικότητας και των προσωπικών εμπειριών του Ντίκενς.
Το φιλάνθρωπο πνεύμα, που είναι διάχυτο στο έργο του Ντίκενς, βρίσκει συχνά πρακτική έκφραση σε δημόσιες ομιλίες, οργάνωση εράνων και ιδιωτικές φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες. Μία από αυτές είναι η διοργάνωση δημοσίων συγκεντρώσεων με εισιτήριο, στις οποίες διαβάζει αποσπάσματα από τα έργα του. Η δραστηριότητά του εντάθηκε κι έγινε επικερδής για τον Ντίκενς μετά τον χωρισμό του από τη σύζυγό του. Αποκαλυπτική είναι η παρατήρηση της καθηγήτριας Κάθλιν Τίλοτσον (1906-2001), ειδικής στο έργο του συγγραφέα, ότι «ο ισόβιος ερωτά του Ντίκενς με το αναγνωστικό του κοινό, ήταν σε τελευταία ανάλυση ο σημαντικότερος έρωτας της ζωής του».
Συνολικά πραγματοποίησε από σκηνής 471 παρουσιάσεις των λογοτεχνικών έργων του. Ήταν ένας λαμπρός ηθοποιός και κατά τη διάρκεια των παραστάσεων αποκαλύφθηκαν σπουδαία στοιχεία της τέχνης του (απαγγελία, δραματική μίμηση). Κανένας άλλος σπουδαίος συγγραφέας από την εποχή του Ομήρου δεν είχε αφιερώσει τόσο χρόνο και τόσες δυνάμεις σε μια τέτοια δραστηριότητα.
Στις 9 Ιουνίου 1865, επιστρέφοντας από το Παρίσι με την ερωμένη του Έλεν Τέρναν και τη μητέρα της, ενεπλάκη σε σιδηροδρομικό δυστύχημα στο Στέιπλχαρστ του Κεντ. Τα βαγόνια της πρώτης θέσης του συρμού εκτροχιάστηκαν πάνω σε μία προσφάτως ανακαινισμένη γέφυρα και έπεσαν στα νερά του ποταμού Μπελτ. Μόνο το βαγόνι στο οποίο επέβαινε η συντροφιά του Ντίκενς παρέμεινε στις ράγες. Ο διάσημος συγγραφέας δεν έπαθε το παραμικρό και βοήθησε τους τραυματίες μέχρις ότου φθάσουν τα σωστικά συνεργεία. Τον επόμενο χρόνο περιέγραψε την εμπειρία του στο διήγημα The Signal-Man. Στο σιδηροδρομικό αυτό δυστύχημα, που έμεινε στην ιστορία για τον διάσημο επιβάτη του, έχασαν τη ζωή τους δέκα άνθρωποι, ενώ οι τραυματίες ξεπέρασαν τους σαράντα.
Τον Νοέμβριο του 1967 ο Ντίκενς πραγματοποίησε τη δεύτερη αμερικάνικη περιοδεία του με ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία, παραμένοντας στον Νέο Κόσμο επί τετράμηνο. Η φήμη του παρέμενε αμείωτη, παρά το γεγονός ότι η στάση της κριτικής ήταν διαρκώς περισσότερο εχθρική απέναντί του. Ο συγγραφέας Χένρι Λονγκφέλοου, επισημαίνοντας τον απίστευτο ενθουσιασμό που προκαλούσε ο Ντίκενς, παρατηρεί: «Δύσκολα μπορεί να συλλάβει στην ολότητά της αυτή την αλήθεια και να συνειδητοποιήσει την παγκοσμιότητα της φήμης του». Ο φιλόσοφος Ραλφ Γουόλντο Έμερσον, παρακολουθώντας μία δημόσια ανάγνωση του Ντίκενς στη Βοστώνη, θα γράψει: «Φοβούμαι ότι έχει πάρα πολύ ταλέντο για τη μεγαλοφυΐα του. Πρόκειται για μια φοβερή ατμομηχανή, στην οποία είναι δεμένος και δεν μπορεί ούτε να ελευθερωθεί από αυτήν, ούτε να ηρεμήσει… Με τρομάζει! Δεν μπορώ να το εξηγήσω, δεν έχω το κλειδί».
Την επόμενη διετία ο Ντίκενς πραγματοποίησε περιοδείες με αναγνώσεις έργων του εντός της Μεγάλης Βρετανίας. Στις 22 Απριλίου 1869 έπαθε το πρώτο του εγκεφαλικό. Γρήγορα το ξεπέρασε και επιδόθηκε στις συνήθεις δραστηριότητες τους με τους γνωστούς φρενήρεις ρυθμούς του. Στις 8 Ιουνίου 1870 έπαθε ένα ακόμη εγκεφαλικό στην αγροικία του στο Γκαντ’ς Χιλ του Τσάταμ, που απέβη μοιραίο. Την επόμενη μέρα άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 58 ετών, ακριβώς πέντε χρόνια μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα του Στέιπλχαρστ, αφήνοντας ημιτελές το μυθιστόρημά του Το μυστήριο του Έντουιν Ντρουντ, το οποίο πολλοί επιχείρησαν να ολοκληρώσουν από τότε.
Ο Κάρολος Ντίκενς υπήρξε ένας μεγάλος δημιουργός στον χώρο τόσο της ψυχαγωγίας όσο και της τέχνης. Το έργο του συγκέντρωνε τέτοιες αρετές, ώστε να βρίσκει απήχηση τόσο στον απλό άνθρωπο, όσο και στον καλλιεργημένο. Επαινέθηκε από ομοτέχνους του, όπως ο Λέων Τολστόι και κατακρίθηκε από συγγραφείς όπως ο Χένρι Τζέιμς και η Βιρτζίνια Γουλφ, που τον κατηγόρησαν για συναισθηματισμό, μελοδραματισμό κι έλλειψη αληθοφάνειας. Τα έργα του έχουν γίνει γνωστά στα πέρατα της οικουμένης και με τη βοήθεια των σύγχρονων μέσων, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του κόμικς.
Στην Ελλάδα το πρώτο λογοτεχνικό έργο του Ντίκενς -το μυθιστόρημα Τα δύσκολα χρόνια- εκδόθηκε το 1887 από το περιοδικό Εβδομάς, χωρίς να αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή. Προηγουμένως είχε δημοσιευτεί στο εν λόγω περιοδικό σε συνέχειες. Εικάζεται ότι είναι ο κεφαλλονίτης λόγιος Παναγιώτης Πανάς (ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα του ελληνικού ριζοσπαστισμού κατά τον 19ο αιώνα), ο οποίος ένα χρόνο αργότερα μετέφρασε το διήγημα Άσμα των Χριστουγέννων (A Christmas Carol, Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, όπως είναι γνωστό σήμερα). Έκτοτε, τα σημαντικότερα έργα του Ντίκενς έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, όχι μία, αλλά πολλές φορές. Οι μεταπολεμικές γενιές γνώρισαν τον Ντίκενς και μέσα από τα Κλασσικά Εικονογραφημένα.
Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/biographies/436#ixzz2Vj7OVEa0
Ο Τσαρλς Τζον Χάφαμ Ντίκενς (Charles John Huffam Dickens) γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1812 στο νησί Πόρτσι, που περιβάλλεται από την πόλη Πόρτσμουθ της Νότιας Αγγλίας. Ήταν το δεύτερο από τα οκτώ παιδιά του Τζον και της Ελίζαμπεθ Ντίκενς. Ο πατέρας του ήταν υπάλληλος στην Υπηρεσία Μισθοδοσίας του Ναυτικού. Αμειβόταν ικανοποιητικά, αλλά οι σπατάλες και η άσωτη ζωή του οδήγησαν πολλές φορές την οικογένεια σε οικονομικό αδιέξοδο ή και στην καταστροφή, με αποκορύφωμα το 1824, όταν ο Τζον Ντίκενς φυλακίστηκε για χρέη.
Το 1817 η οικογένειά του μετακόμισε στο Τσάταμ του Κεντ, όπου ο νεαρός Κάρολος πέρασε πέντε ευτυχισμένα χρόνια. Πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο, έπαιζε πολύ και διάβαζε μανιωδώς τις νουβέλες των Χένρι Φίλντινγκ και Τομπάιας Σμόλετ. Το 1822 η οικογένειά του αναγκάσθηκε να μετακομίσει στο Λονδίνο, λόγω των χρεών του πατέρα του.
Μετά τη φυλάκιση του πατέρα του για χρέη το 1824 έζησε στο σπίτι της γηραιάς κυρίας Ελίζαμπεθ Ρόιλανς, που ήταν φίλη της οικογένειας. Για να πληρώνει τη διαμονή και διατροφή του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να δουλεύει καθημερινά επί δεκάωρο σ’ ένα εργοστάσιο βερνικιών. Οι συνθήκες εργασίας ήταν απάνθρωπες, αλλά διαμόρφωσαν τον κατοπινό συγγραφικό του χαρακτήρα. Τη δική του οικτρή οικονομική κατάσταση και τις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης αποτέλεσαν το θέμα του πιο αγαπημένου του έργου, του αυτοβιογραφικού Δαβίδ Κόπερφιλντ (1849-1850).
Μία απρόσμενη κληρονομιά βοήθησε τον πατέρα του να βγει από τη φυλακή και να διευθετήσει τα χρέη με τους πιστωτές του. Όμως, η σχέση με τον γιο του Κάρολο είχε διαρραγεί οριστικά. Τη διετία 1827-1828 ο νεαρός Ντίκενς δούλεψε ως βοηθός σε δικηγορικό γραφείο και στη συνέχεια ως στενογράφος στα δικαστήρια του Λονδίνου. Οι δύο αυτές ενασχολήσεις τού άφησαν μία βαθειά απέχθεια γιο το αγγλικό δικαστικό σύστημα, που πίστευε ότι ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των πλουσίων.
Το 1830 ο Ντίκενς συνάντησε τον πρώτο έρωτα της ζωής του, στο πρόσωπο της Μαρίας Μπίντνελ, που αποτέλεσε το μοντέλο για τον χαρακτήρα της Ντόρα Σπένλοου στον Δαβίδ Κόπερφιλντ. Οι γονείς της νεαρής κοπέλας εναντιώθηκαν στη σχέση και την έστειλαν να σπουδάσει στο Παρίσι.
Από το 1833 και μετά η επαγγελματική του ζωή εναλλασσόταν μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας. Διετέλεσε πολιτικός και κοινοβουλευτικός συντάκτης σε διάφορα έντυπα φιλελευθέρων αποχρώσεων. Γνωρίζοντας την πολιτική ζωή από τα μέσα, έχασε σιγά -σιγά την εμπιστοσύνη του στο πολιτικό σύστημα, που εξέθρεφε «τη φτώχεια, την πείνα και την αμάθεια», όπως έλεγε, ενώ ήταν ιδιαίτερα επικριτικός για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που «αποδεικνύεται τέλεια αποτυχία». Δεν είχε όμως και κάποια άξια λόγου εναλλακτική λύση να προτείνει.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1830 άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του λογοτεχνικά έργα με τη μορφή επιφυλλιδογραφικών μυθιστορημάτων, δηλαδή σε συνέχειες σε περιοδικά και εφημερίδες. Ήταν σαν να λέγαμε τα τηλεοπτικά σήριαλ της εποχής, εξ ου και η ικανότητα του Ντίκενς να διατηρεί αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη από ενότητα σε ενότητα και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας ένα γεμάτο εντάσεις μύθο, που συνδυάζεται με τη συναρπαστική δράση.
Το πρώτο μυθιστόρημα αυτής της κατηγορίας είναι Τα Χαρτιά του Πίκγουικ, που εξέδωσε το 1836 και αμέσως έκανε γνωστό το όνομά του. Στο έργο αυτό παρουσιάζονται σε εμβρυακή κατάσταση, πολλά από τα χαρακτηριστικά, που υπάρχουν στο μεταγενέστερο μυθοπλαστικό του σύμπαν: σατιρικές ή καταγγελτικές επιθέσεις εναντίον των κοινωνικών κακών και των ανεπαρκών θεσμών, παρεμβάσεις σε κοινωνικά ζητήματα της εποχής, γνώση του Λονδίνου (του χώρου που κυριαρχεί πάντα στα έργα του), ένα διάχυτο πνεύμα συμπόνιας και μια στάση εγκαρδιότητας απέναντι στους ανθρώπους, καθώς και μια ανεξάντλητη δυνατότητα στο πλάσιμο των χαρακτήρων.
Στις 2 Απριλίου 1836 ο Κάρολος Ντίκενς παντρεύεται την Κάθριν Χόγκαρθ, κόρη του ευυπόληπτου σκωτσέζου δημοσιογράφου Τζορτζ Χόγκαρθ, με την οποία θα αποκτήσει δέκα παιδιά. Θα χωρίσουν 22 χρόνια αργότερα, λόγω των εξωσυζυγικών περιπετειών του.
Η φήμη του εκτοξεύεται με τα δύο επόμενα μυθιστορήματα του, Όλιβερ Τουίστ (1837-1838) και Νίκολας Νίκλεμπι (1838-1838), τα οποία αποκαλύπτουν με τα μελανότερα χρώματα τη μαύρη καθημερινότητα του Λονδίνου και του Γιορκσάιρ, με ένα σύμπαν βυθισμένο στην εκμετάλλευση, στο έγκλημα και την πορνεία.
Το 1842 πραγματοποιεί το πρώτο του ταξίδι στις ΗΠΑ, όπου θα παραμείνει επί πεντάμηνο. Παντού γίνεται δεκτός με άκρατο ενθουσιασμό και απολαμβάνει βασιλικών τιμών. Δεν διστάζει, όμως, να θίξει το φιλότιμο των αμερικανών, υποστηρίζοντας την κατάργηση της δουλείας και διαμαρτυρόμενος για την έλλειψη προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων των συγγραφέων της χώρας. Αυτός που ασκούσε δριμύτατη κριτική κατά των βρετανικών θεσμών, περίμενε περισσότερα «από τη δημοκρατία των ονείρων του», όπως έλεγε.
Το 1844 γράφει το πιο δημοφιλές έργο του, τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, που είναι ο μοναδικός χριστουγεννιάτικος μύθος της σύγχρονης λογοτεχνίας και μέσα από τον οποίο ξεπροβάλλει η φιλοσοφία του για τη ζωή, που δεν είναι άλλη από το πνεύμα των Χριστουγέννων, που θα έπρεπε να κυριαρχεί στις σχέσεις των ανθρώπων καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Το 1849 αρχίζει να δημοσιεύει σε συνέχειες το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Δαβίδ Κόπερφιλντ, που αποκαλύπτει το στυγνό πρόσωπο της εργοδοσίας. Δύο άλλα σπουδαία μυθιστορήματά του, ο Ζοφερός Οίκος (1852-1853) και Μικρή Ντόριτ (1855-1857), θα αποτελέσουν ανάθεμα για τους βικτωριανούς θεσμούς και τη βικτωριανή οικονομία (άδικο δικαστικό σύστημα, με σωρεία φυλακίσεων για χρέη, αποχαλινωμένη εργασιακή αγορά, απουσία της οποιασδήποτε προστασίας για τον πολύωρο και προκλητικά απλήρωτο μόχθο).
Το 1855 η πρώτη του αγάπη, η Μαρία Μπίντνελ, επανακάμπτει για λίγο στη ζωή του και αμέσως μετά ερωτεύεται την 27χρονη ηθοποιό Έλεν Τέρναν. Ο γάμος του κλονίζεται και το 1858 ο Ντίκενς χωρίζει από τη σύζυγό του Ελίζαμπεθ. Το σκάνδαλο που θα ξεσπάσει στη συντηρητική βικτωριανή Αγγλία δεν θα επηρεάσει την απήχησή του στο ευρύ κοινό, αλλά θα του στερήσει κάποιες σπουδαίες φιλίες.
Τα επόμενα χρόνια δημοσιεύει δύο από τα πιο γνωστά μυθιστορήματά του, την επική Ιστορία των δύο Πόλεων (1859), που εκτυλίσσεται στο Λονδίνο και το Παρίσι κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης (θεωρείται ένα από τα λογοτεχνικά μπεστ σέλερ, με πωλήσεις άνω των 200 εκατομμυρίων αντιτύπων) και τις Μεγάλες Προσδοκίες (1860-1861), με ήρωα ένα ορφανό, τον Πιπ. Ένα έργο που παρουσιάζει ομοιότητες με τον Δαβίδ Κόπερφιλντ, ως αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο και από την άποψη ότι δίνουν το περίγραμμα κάποιων πλευρών της προσωπικότητας και των προσωπικών εμπειριών του Ντίκενς.
Το φιλάνθρωπο πνεύμα, που είναι διάχυτο στο έργο του Ντίκενς, βρίσκει συχνά πρακτική έκφραση σε δημόσιες ομιλίες, οργάνωση εράνων και ιδιωτικές φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες. Μία από αυτές είναι η διοργάνωση δημοσίων συγκεντρώσεων με εισιτήριο, στις οποίες διαβάζει αποσπάσματα από τα έργα του. Η δραστηριότητά του εντάθηκε κι έγινε επικερδής για τον Ντίκενς μετά τον χωρισμό του από τη σύζυγό του. Αποκαλυπτική είναι η παρατήρηση της καθηγήτριας Κάθλιν Τίλοτσον (1906-2001), ειδικής στο έργο του συγγραφέα, ότι «ο ισόβιος ερωτά του Ντίκενς με το αναγνωστικό του κοινό, ήταν σε τελευταία ανάλυση ο σημαντικότερος έρωτας της ζωής του».
Συνολικά πραγματοποίησε από σκηνής 471 παρουσιάσεις των λογοτεχνικών έργων του. Ήταν ένας λαμπρός ηθοποιός και κατά τη διάρκεια των παραστάσεων αποκαλύφθηκαν σπουδαία στοιχεία της τέχνης του (απαγγελία, δραματική μίμηση). Κανένας άλλος σπουδαίος συγγραφέας από την εποχή του Ομήρου δεν είχε αφιερώσει τόσο χρόνο και τόσες δυνάμεις σε μια τέτοια δραστηριότητα.
Στις 9 Ιουνίου 1865, επιστρέφοντας από το Παρίσι με την ερωμένη του Έλεν Τέρναν και τη μητέρα της, ενεπλάκη σε σιδηροδρομικό δυστύχημα στο Στέιπλχαρστ του Κεντ. Τα βαγόνια της πρώτης θέσης του συρμού εκτροχιάστηκαν πάνω σε μία προσφάτως ανακαινισμένη γέφυρα και έπεσαν στα νερά του ποταμού Μπελτ. Μόνο το βαγόνι στο οποίο επέβαινε η συντροφιά του Ντίκενς παρέμεινε στις ράγες. Ο διάσημος συγγραφέας δεν έπαθε το παραμικρό και βοήθησε τους τραυματίες μέχρις ότου φθάσουν τα σωστικά συνεργεία. Τον επόμενο χρόνο περιέγραψε την εμπειρία του στο διήγημα The Signal-Man. Στο σιδηροδρομικό αυτό δυστύχημα, που έμεινε στην ιστορία για τον διάσημο επιβάτη του, έχασαν τη ζωή τους δέκα άνθρωποι, ενώ οι τραυματίες ξεπέρασαν τους σαράντα.
Τον Νοέμβριο του 1967 ο Ντίκενς πραγματοποίησε τη δεύτερη αμερικάνικη περιοδεία του με ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία, παραμένοντας στον Νέο Κόσμο επί τετράμηνο. Η φήμη του παρέμενε αμείωτη, παρά το γεγονός ότι η στάση της κριτικής ήταν διαρκώς περισσότερο εχθρική απέναντί του. Ο συγγραφέας Χένρι Λονγκφέλοου, επισημαίνοντας τον απίστευτο ενθουσιασμό που προκαλούσε ο Ντίκενς, παρατηρεί: «Δύσκολα μπορεί να συλλάβει στην ολότητά της αυτή την αλήθεια και να συνειδητοποιήσει την παγκοσμιότητα της φήμης του». Ο φιλόσοφος Ραλφ Γουόλντο Έμερσον, παρακολουθώντας μία δημόσια ανάγνωση του Ντίκενς στη Βοστώνη, θα γράψει: «Φοβούμαι ότι έχει πάρα πολύ ταλέντο για τη μεγαλοφυΐα του. Πρόκειται για μια φοβερή ατμομηχανή, στην οποία είναι δεμένος και δεν μπορεί ούτε να ελευθερωθεί από αυτήν, ούτε να ηρεμήσει… Με τρομάζει! Δεν μπορώ να το εξηγήσω, δεν έχω το κλειδί».
Την επόμενη διετία ο Ντίκενς πραγματοποίησε περιοδείες με αναγνώσεις έργων του εντός της Μεγάλης Βρετανίας. Στις 22 Απριλίου 1869 έπαθε το πρώτο του εγκεφαλικό. Γρήγορα το ξεπέρασε και επιδόθηκε στις συνήθεις δραστηριότητες τους με τους γνωστούς φρενήρεις ρυθμούς του. Στις 8 Ιουνίου 1870 έπαθε ένα ακόμη εγκεφαλικό στην αγροικία του στο Γκαντ’ς Χιλ του Τσάταμ, που απέβη μοιραίο. Την επόμενη μέρα άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 58 ετών, ακριβώς πέντε χρόνια μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα του Στέιπλχαρστ, αφήνοντας ημιτελές το μυθιστόρημά του Το μυστήριο του Έντουιν Ντρουντ, το οποίο πολλοί επιχείρησαν να ολοκληρώσουν από τότε.
Ο Κάρολος Ντίκενς υπήρξε ένας μεγάλος δημιουργός στον χώρο τόσο της ψυχαγωγίας όσο και της τέχνης. Το έργο του συγκέντρωνε τέτοιες αρετές, ώστε να βρίσκει απήχηση τόσο στον απλό άνθρωπο, όσο και στον καλλιεργημένο. Επαινέθηκε από ομοτέχνους του, όπως ο Λέων Τολστόι και κατακρίθηκε από συγγραφείς όπως ο Χένρι Τζέιμς και η Βιρτζίνια Γουλφ, που τον κατηγόρησαν για συναισθηματισμό, μελοδραματισμό κι έλλειψη αληθοφάνειας. Τα έργα του έχουν γίνει γνωστά στα πέρατα της οικουμένης και με τη βοήθεια των σύγχρονων μέσων, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του κόμικς.
Στην Ελλάδα το πρώτο λογοτεχνικό έργο του Ντίκενς -το μυθιστόρημα Τα δύσκολα χρόνια- εκδόθηκε το 1887 από το περιοδικό Εβδομάς, χωρίς να αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή. Προηγουμένως είχε δημοσιευτεί στο εν λόγω περιοδικό σε συνέχειες. Εικάζεται ότι είναι ο κεφαλλονίτης λόγιος Παναγιώτης Πανάς (ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα του ελληνικού ριζοσπαστισμού κατά τον 19ο αιώνα), ο οποίος ένα χρόνο αργότερα μετέφρασε το διήγημα Άσμα των Χριστουγέννων (A Christmas Carol, Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, όπως είναι γνωστό σήμερα). Έκτοτε, τα σημαντικότερα έργα του Ντίκενς έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, όχι μία, αλλά πολλές φορές. Οι μεταπολεμικές γενιές γνώρισαν τον Ντίκενς και μέσα από τα Κλασσικά Εικονογραφημένα.
Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/biographies/436#ixzz2Vj7OVEa0
Η ποίηση του Καβάφη... σε κινούμενα σχέδια
Η 7η Animart, το 10ήμερο Βιωματικό Σχολείο Τεχνών στα Ιωάννινα, εστιάζει στην επέτειο των 150 χρόνων από την γέννηση του αλεξανδρινού ποιητή.
Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Κινουμένων Σχεδίων, σε συνεργασία με το Ριζάρειο Ίδρυμα και το Δήμο Ζαγορίου, διοργανώνει την 7η Animart, δεκαήμερη εκδήλωση (14 - 24 Ιουλίου) με θέμα τη βιωματική προσέγγιση της τέχνης. Η φετινή διοργάνωση επιστρέφει στο γενέθλιο τόπο της, το Μονοδένδρι Ιωαννίνων, και εστιάζει στο έργο του ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη με αφορμή τον εορτασμό των 150 χρόνων από τη γέννηση και 80 από το θάνατό του.
Όπως έχει καθιερωθεί, η Animart ενθαρρύνει τη συλλογική δημιουργικότητα και προσφέρει εκπαιδευτικές δραστηριότητες όπως μαθήματα, διαλέξεις και εργαστήρια, καθώς και διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, συνδέοντας έτσι τους μετέχοντες με την τοπική κοινωνία. Μέσω των εκπαιδευτικών δρωμένων, ο ποιητικός λόγος του Καβάφη θα επιχειρηθεί να ακουστεί ως απαγγελία ή θεατρικό αναλόγιο, να παρασταθεί με επιτελέσεις (performances) και να μεταμορφωθεί σε εφήμερες εικαστικές εγκαταστάσεις (installations).
Όσοι συμμετέχουν στα εργαστήρια, θα επιχειρήσουν, μεταξύ άλλων, να μετουσιώσουν το έργο του μεγάλου ποιητή σε φωτογραφίες, κινηματογράφο, video art και animation, με τη χρήση σύγχρονων ψηφιακών αλλά και αναλογικών μέσων. Οι μετέχοντες καλούνται να καταθέσουν τις γνώσεις και τις δεξιότητες τους, προσφέροντας έτσι ξεχωριστές αφορμές για συλλογική δημιουργικότητα.
Τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες θα πλαισιώσουν πανεπιστημιακοί και καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Κινηματογράφος, φωτογραφία, εικαστικά, μουσική, θέατρο και animation αποτελούν τους βασικούς τομείς της διοργάνωσης. Στα εκπαιδευτικά εργαστήρια, με διάρκεια από 4 έως 24 ώρες, θα λάβουν μέρος εκτός άλλων οι σκηνοθέτες Γιώργος Σταμπουλόπουλος (που εφέτος είναι τιμώμενο πρόσωπο) και Βασίλης Λουλές, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Αλέξανδρος Κακαβάς και η κινηματογραφίστρια Κατερίνα Μαραγκουδάκη.
Το εικαστικό μέρος της διοργάνωσης φιλοξενεί και την έκθεση ζωγραφικής της Τζούλιας Ανδρειάδου, μια συλλογή ζωγραφικών έργων μικρών διαστάσεων, εμπνευσμένα από το ποίημα του Καβάφη «Η Πόλις». Παράλληλα, το πρόγραμμα της Animart περιλαμβάνει έναν άτυπο διάλογο για το ρόλο του διαδικτύου και των τεχνών στην εκπαίδευση, στο οποίο μετέχουν ακαδημαϊκοί από τα Πανεπιστήμια Αθηνών, Πατρών, Δυτικής Μακεδονίας και Ιονίου. Κομμάτι των εκδηλώσεων θα αναμεταδοθεί διαδικτυακά.
Όσοι επιθυμούν να παρευρεθούν μπορούν να δηλώσουν συμμετοχή στο: animart@otenet.gr
Tηλ.: 210 72 93 694
Σάββατο 8 Ιουνίου 2013
Ο Καβάφης του Πατριάρχη. Εκδήλωση στο Μουσείο Γουλανδρή προς ενίσχυση του Ιδρύματος Κατακουζηνού.
Η ιδέα πηγάζει από το τετράδιο με τίτλο «Ποιήματα» που διατηρούσε ο μαθητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης Δημήτριος Αρχοντώνης, ο σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, και στο οποίο, από το 1954 ώς το 1970, ανθολογούσε ποιήματα Ελλήνων ποιητών, ανάμεσά τους και πολλά του Καβάφη. Καθώς φέτος είναι το Ετος Καβάφη, ιδέα των διοργανωτών ήταν να εστιάσουν στα καβαφικά ποιήματα της νεανικής ποιητικής ανθολογίας του Πατριάρχη και να τα παρουσιάσουν σε μία ιδιαίτερη βραδιά μελοποιημένης ποίησης και απαγγελιών. Είναι σημαντικό ότι η εκδήλωση αυτή γίνεται προς ενίσχυση των σκοπών του Ιδρύματος Κατακουζηνού (Αμαλίας 4), το οποίο συμπληρώνει πέντε χρόνια λειτουργίας τον Σεπτέμβριο 2013. Η βραδιά θα ανοίξει με σύντομη ομιλία από τον υπεύθυνο του συνόλου Πολύτροπον, Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλο, ο οποίος θα αναφερθεί στην καβαφική ανθολογία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου αλλά και στη σχέση του Καβάφη με την Κωνσταντινούπολη, με προβολή φωτεινών διαφανειών. Θα ακολουθήσει η παρουσίαση των ποιημάτων στη μελοποιημένη εκδοχή τους, κυρίως για φωνή και πιάνο, από Ελληνες συνθέτες (Αντίοχος Ευαγγελάτος, Λεωνίδας Κανάρης, Γιώργος Κουρουπός, Γιάννης Ιωαννίδης, Μίκης Θεοδωράκης, Κωνσταντία Γουρζή, Φίλιππος Τσαλαχούρης). Θα απαγγείλει η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου και θα ερμηνεύσουν οι μουσικοί Δάφνη Πανουργιά (τραγούδι), Νικόλ Καραλή (πιάνο), Πέτρος Μπούρας (πιάνο), Νίκος Σολωμός (βιολί) και Σωκράτης Κάνας (βιολοντσέλο). Η τιμή εισιτηρίου είναι 10 ευρώ. Κρατήσεις θέσεων στο info@katakouzinos.gr ή αγορά την ημέρα της εκδήλωσης στο Μουσείο Γουλανδρή. Την εκδήλωση υποστηρίζουν: Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Medasset-Ελλάς, Ομιλος Φίλων Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ και οι Φίλοι του Κτήματος Τατοΐου. πηγή: http://portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathfiles_1_07/06/2013_503137 |
Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013
Βιβλιοντόμινο (βίντεο)
Η Δημόσια Βιβλιοθήκη της πόλης του Seattle των ΗΠΑ εγκαινίασε με έναν πρωτότυπο τρόπο το θερινό της πρόγραμμα κάνοντας ρεκόρ γκίνες στο βιβλιοντόμινο! Τα βιβλία που χρησιμοποιήθηκαν δεν καταστράφηκαν (ήταν δωρισμένα ή παλαιά) και τώρα πωλούνται από τους "Φίλους της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Seattle" προκειμένου να εξοικονομηθούν χρήματα για να ενισχυθούν οι παροχές κι οι υπηρεσίες της εν λόγω Βιβλιοθήκης!
«Η θεϊκή φλόγα του Καβάφη». Φωτό: Πορτραίτο του Κ.Π. Καβάφη από τον μεγάλο υπερρεαλιστή ζωγράφο και ποιητή Νίκο Εγγονόπουλο, 1948.
Ανακοίνωση του Ιδρύματος Ωνάση
Είμαστε χαρούμενοι να σας ανακοινώσουμε ότι τo Ίδρυμα Ωνάση απέκτησε μέσω δημοπρασίας, το πορτρέτο του Κ.Π. Καβάφη, φιλοτεχνημένο από τον μεγάλο υπερρεαλιστή ζωγράφο και ποιητή Νίκο Εγγονόπουλο. Το έργο με αναφορές στην τέχνη της αγιογραφίας, δημιουργήθηκε το 1948, και απεικονίζει τον ποιητή κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του. Σοβαρά άρρωστος ο Κ.Π. Καβάφης, είχε εντούτοις «μια φλόγα μέσα του, αυτή τη θεϊκή φλόγα» που θα οδηγήσει τον Εγγονόπουλο στην απόφαση να τον απαθανατίσει μέσα από τη ζωγραφική του. Το έργο, ως μέρος του Αρχείου Καβάφη πια, θα συμπεριληφθεί στις δράσεις που προετοιμάζει το Ίδρυμα Ωνάση για τη διάδοση και επαναπροσέγγιση του έργου του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή.
Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013
Tα πεζά του Kωνσταντίνου Kαβάφη. Eνας τόμος με τα «δημιουργικά» κείμενα, τα άρθρα, τα μελετήματα και τα κριτικά σημειώματα του Aλεξανδρινού ποιητή, κείμενο του Παντελή Mπουκάλα
Φιλολογική επιμέλεια: Mιχάλης Πιερής.
Eκδόσεις «Iκαρος», 2003, σελ. 399.
«Eχει όμως η δουλειά και τα μειονεκτήματά της. Eάν η αξία που αγόρασες, αντί να πάη 27, ξεπέση και σταθή στα 23, μπορείς βέβαια να διατηρήσης την θέσιν σου 1 έτος (και περισσότερον)· αλλά τότε θα έχης έξοδα στον χρόνο επάνω 128 λ. τόκον πληρωτέον στην τράπεζα, και τόκον χαμένον επί της καταθέσεώς σου των 900 λ. (προς 4ο/ο = 36 λ.). Θα έχης ως αντίκρυσμα φυσικά το μέρισμα που θα πληρώση η αξία στον χρόνον επάνω...»
Ποιος μιλάει εδώ: Ποιος υπολογίζει με τόση προσοχή τόκους, λίρες και μερίσματα; O Kαβάφης μιλάει, ένας άλλος Kαβάφης από αυτόν που παραδίδουν τα ποιήματά του. Aλλά και πάλι, δεν είναι «ένας άλλος». Δεν είναι οπωσδήποτε αντίπαλος ο ποιητής (ένας «αιθεροβάμων» όπως τον θέλει το δημοφιλές στερεότυπο) του ανθρώπου που γνωρίζει και νοιάζεται και για άλλες αξίες, της αγοράς, εκτός από τις θεωρούμενες υψηλές. Mπορεί να μας ξενίζει κάπως που ο Kαβάφης γράφει εδώ τις σκέψεις του για το Xρηματιστήριο αλλά ας δούμε γύρω μας, σήμερα: Kαβάφη δεν θα βρούμε, θα βρούμε πάντως ποιητές και πεζογράφους, λογίους εν γένει, εξοικειωμένους με τους χρηματιστηριακούς δείκτες και τους αριθμούς όσο και με τα γράμματα, ίσως και περισσότερο. Θέλω να πω ότι, όσο κι αν τα σχήματα της ιδανίκευσης τείνουν να αφαιρούν από τον άνθρωπο-ποιητή την ιδιότητα του ανθρώπου —με ό,τι αυτή συνεπάγεται, κακό ή κακό, κοντόφθαλμο ή διορατικό—, ο άνθρωπος μένει στη θέση του. Kαι μένουν και τα γραπτά του, όπως το συγκεκριμένο του Aλεξανδρινού, που το πρωτοδημοσίευσε ο Γ. Π. Σαββίδης το 1990, στα «Nέα», και τώρα βρίσκει τη θέση του στον τόμο με τα «Πεζά» του ποιητή, που απαρτίστηκε με τη φιλολογική επιμέλεια του Mιχάλη Πιερή.
Tο ερώτημα όσον αφορά αυτού του είδους τα γραπτά των λογοτεχνών, τα μη λογοτεχνικά, είναι πάντοτε το ίδιο: Πρέπει να εκδίδονται; Eίναι όλα τα κατάλοιπα δημοσιεύσιμα; Kαι πόσο νόμιμο και γόνιμο είναι να χρησιμοποιούνται, μετά τη δημοσίευσή τους, σαν κλειδιά, που, αν και προορίζονταν για άλλες πόρτες, τους αποδίδεται μια σχεδόν μαγική, αποκαλυπτική ισχύς, η ικανότητα δηλαδή να φωτίζουν πλήρως το καθαυτό λογοτεχνικό έργο ενός δημιουργού; Eτοιμες απαντήσεις, αναμφισβήτητες, ούτε υπάρχουν νομίζω αλλά ούτε και χωρούν σε τέτοιου είδους ερωτήματα.
Kάθε εκδότης, επιμελητής, μελετητής, αναγνώστης, κρίνει κατά περίσταση, και αποφασίζει κατά τη λογική του. Προσωπικά, έχω πάντοτε το φόβο ότι το άπλετο φως μπορεί να δράσει συσκοτιστικά, ή και καυστικά. Δεν βγαίνουμε πάντοτε ωφελημένοι —όσον αφορά τη λογοτεχνία και την ανάγνωσή της— μαθαίνοντας τα πάντα για το «εργαστήρι» του ενός ή του άλλου δημιουργού, για την «κουζίνα» του ή ακόμα και για την κρεβατοκάμαρά του. Δεν βγαίνουμε πάντοτε ωφελημένοι από το κράμα σχολαστικισμού και ειδωλολατρίας που πείθει ότι πρέπει να δοθεί στη δημοσιότητα και το έσχατο πάρεργο ή το έσχατο σαφώς αλλότριου είδους γραπτό ενός συγγραφέα. Πρέπει να μένει πάντοτε μια περιοχή του ιδιωτικού βίου άθικτη. Kαι πρέπει, για την ανάγνωση της ποίησης, να εμπιστευόμαστε πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, την ίδια την ποίηση.
Eν πάση περιπτώσει, ο τόμος που σχεδίασε ο Mιχάλης Πιερής, ακριβώς σαράντα χρόνια μετά την έκδοση των «Πεζών» του Aλεξανδρινού από τον Γ. A. Παπουτσάκη και των «Aνέκδοτων Πεζών Kειμένων» από τον Mιχέλη Περίδη, και οφειλόμενος μπορεί να θεωρηθεί και ωφέλιμος. Oφειλόμενος, προς τον αναγνώστη, ακριβώς για να υπερκεραστεί επιτέλους το καθεστώς της «παρατεταμένης εκδοτικής αταξίας» που επισημαίνει ο επιμελητής, μιας αταξίας που εμπόδιζε την προσπέλαση του «ολοένα αυξανόμενου υλικού καβαφικών πεζών κειμένων». Kαι ωφέλιμος όχι μόνο επειδή με αυτόν τον τόμο «το corpus των καβαφικών πεζών κειμένων πλουτίζεται κατά ένδεκα άγνωστα είτε ανέκδοτα κείμενα» αλλά και επειδή τα πεζά παραδίδονται αναθεωρημένα, σε σαφή κατάταξη (κείμενα «δημιουργικά», άρθρα και μελετήματα, κριτικά σημειώματα) και με όλον τον απαραίτητο υπομνηματισμό και τα ευρετήρια που καθιστούν πράγματι χρηστική αυτή την έκδοση που επιδίωξε, ρητά, να είναι «λαϊκή» κατά τις προδιαγραφές του Γ. Π. Σαββίδη. Aς σημειωθεί εδώ ότι οι μεταφράσεις των ξενόγλωσσων καβαφικών κειμένων έχουν γίνει από τον Mανόλη Σαββίδη.
Eίναι γνωστό ότι ο Kαβάφης, πιστός της ποίησης, δεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για την πεζογραφική εκδοχή της τέχνης του. Oπως μάλιστα θυμίζει ο επεμελητής, κάποτε ο ποιητής «επιδοκίμασε το σχόλιο ενός επισκέπτη του, ο οποίος, με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής. τόνισε την προσήλωση του Kαβάφη στην ποιητική δημιουργία: “O Kαβάφης δεν κάνει τρία πράγματα: δεν κάνει διαλέξεις, δεν δίνει συνεντεύξεις, δεν γράφει πρόζα”». Δεν ανήκει λοιπόν ο Aλεξανδρινός στην —μάλλον ολιγομελή— ομάδα των ποιητών που κατέλιπαν πλούσια πρόζα, δοκιμιακού, στοχαστικού ή λογοτεχνικού χαρακτήρα. Δεν αφανίστηκε βέβαια ο κριτικός και ο στοχαστής από τον ποιητή, αλλά τον αναγνωρίζουμε εξίσου εύκολα —και σαφέστατα— στα ποιήματά του όσο και στα περί τέχνης και τεχνικής σημειώματά του.
H ανισοτιμία ανάμεσα στην ποίηση και την πρόζα του Kαβάφη είναι ευδιάκριτη και στον παρόντα τόμο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα πεζά δεν έχουν τη χάρη τους, «την καθαρότητα και τη σαφήνεια της διατύπωσης», όπως σημειώνει ο Mιχάλης Πιερής, την «κατακτημένη απλότητα που σημαίνει απέριττο και απλό (όχι απλοϊκό είτε απλουστευτικό) ύφος», τον ενίοτε γνωμικό χαρακτήρα και την ενδιάθετη ειρωνεία», στοιχεία άλλωστε που κατέκτησαν το απροσέγγιστο ύψος του στην ποίησή του.
Aπό τα δημοσιευόμενα άρθρα και κριτικά σημειώματα το πιο γνωστά (λόγω και της συνεχούς αναδημοσίευσής τους) είναι τα δύο που αφορούν τα Eλγίνεια Mάρμαρα, ενώ στα πιο ενδιαφέροντα συγκαταλέγονται όσα προσεγγίζουν το δημοτικό τραγούδι, που το αγαπούσε ιδιαίτερα («Aυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια, / για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους, / πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά», έγραφε στο «κρυμμένο» ποίημά του «Πάρθεν», το 1921). Aπό τα «δημιουργικά» το λαμπρότερο και ήδη διάσημο είναι το διήγημα «Eις το φως της ημέρας», ενώ ιδιαιτέρως κρίσιμα για την ανάγνωση της ποίησης είναι το «Aι σκέψεις ενός γέροντος καλλιτέχνου» και «Tα πλοία», ήδη δημοσιευμένο στα «Kρυμμένα ποιήματα», και το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί μια διαυγής μορφή της ποιητικής του: «Aπό την Φαντασίαν έως εις το Xαρτί. Eίναι δύσκολον πέρασμα, είναι επικίνδυνος θάλασσα...». Oσα σημειώνει εδώ ο Aλεξανδρινός για το ταξίδι προς τον «λευκόν χάρτινον λιμένα», δίνουν το μέτρο της αυτογνωστικής σοφίας του.
Δυο λέξεις για την «ορθογραφία» του Kαβάφη, την ανορθογραφία του μάλλον, που μας έστησε παλαιόθεν μια ωραία παγίδα μ’ εκείνο το «επέστρεφε». Στο εισαγωγικό του σημείωμα ο Mιχάλης Πιερής εξηγεί ότι «σιωπηρώς [...] διορθώνονται αβλεψίες, τυπογραφικά λάθη ή λάθη εκ παραδρομής». Nομίζω ότι σε αυτήν την κατηγορία (των διορθωτέων, που ωστόσο δεν διορθώθηκαν) ανήκει και το «αι περι ου ο λόγος αρχαιότητες» (αντί «περί ων»), που απαντά στο κείμενο «Tα Eλγίνεια Mάρμαρα», και το «τας περί ου ο λόγος αρχαιότητας» (αντί, και πάλι, «περί ων») στο «δίδυμο» κείμενο «Nεώτερα περί των Eλγινείων Mαρμάρων». Δεν ξέρω αν το συγεκριμένο λάθος οφείλεται σε παραδρομή του ίδιου του Kαβάφη ή σε λάθος του στοιχειοθέτη και του διορθωτή (αν υπήρχαν τότε διορθωτές) της αθηναϊκής εφημερίδας «H Eθνική», όπου δημοσιεύτηκαν τα δύο άρθρα, με διαφορά λίγων ημερών, το 1891. Oπως και να ’χει, τίποτε δεν μας υποχρεώνει να αντιμετωπίσουμε σαν ταμπού ένα λάθος που δεν έχει κανένα κρυφό νόημα ή κρυφή λογική (έτσι άλλωστε βλέπουμε πια διορθωμένα τα «αιδέσματα» του ποιήματος «Γνωρίσματα», που πρωτοτυπώθηκαν έτσι, με εξόφθαλμη ανορθογραφία, στα «Aνέκδοτα ποιήματα (1882-1923)»).
Aντίθετα, «λάθος με νόημα», εσκεμμένο, θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί εκείνο το «απηύδησιν» του «κρυμμένου» ποιήματος «Θεόφιλος Παλαιολόγος», που σωστά (παρότι λανθασμένο...) τυπώθηκε έτσι ακριβώς από τον Γ. Π. Σαββίδη και ανατυπώνεται τώρα, από τον Mανόλη Σαββίδη λ.χ. στο «K. Π. Kαβάφης, Ποιήματα (1882-1932)» («Eρμής», 2003) ή από τη Σόνια Iλίνσκαγια στο «K. Π. Kαβάφης, Aπαντα τα ποιήματα» («Nάρκισσος», 2003). Λαθεμένο είναι βέβαια το «απηύδησις», και δεν χρειάζεται ν’ ανοίξει κανείς τα λεξικά για να δει το σωστό «απαύδησις». Δεν είναι πάντως εντελώς απίθανο να λαθεύει επίτηδες ο Kαβάφης, μεταφέροντας την αύξηση του ρήματος στο ουσιαστικό για να επιτείνει ακριβώς την έννοια της απαυδήσεως σε συμφραζόμενα που το απαιτούν: «A Kύρ Θεόφιλε Παλαιολόγο / πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι / (πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό) / η τραγικές σου λέξεις περιέχουν». Kαι τώρα ακόμα, όσο ακούω, λόγιοι και λαϊκοί προτιμούν, χάριν εμφάσεως, τον αυξημένο τύπο, «απηύδισα», σ’ ένα ρήμα μάλλον δημοτικό, και όχι το περισσότερο αναμενόμενο «απαύδισα».
Τρίτη 4 Ιουνίου 2013
Αλτρουιστές αναγνώστες
Ελεύθερες μικρές βιβλιοθήκες και αλτρουιστές αναγνώστες που μετατρέπουν την ανάγνωση σε μια κοινωνική αστική περιπέτεια.
Πάντα έβλεπα τα βιβλία σαν ένα μέσο για να μοιραστεί κάποιος μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η λογοτεχνία είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος που έχουν εφεύρει οι άνθρωποι για να μοιράζονται ιστορίες ,που αλλιώς θα χάνονταν στη λήθη της καθημερινότητας. Τα βιβλία φέρουν αυτή τη μεγάλη ευθύνη, της διατήρησης της έμπνευσης στη πάροδο του χρόνου. Πως όμως ο αναγνώστης μπορεί να συνεισφέρει σε αυτή τη διαδικασία; Πως μπορεί να γίνει από παθητικός αποδέκτης, συμμέτοχος στον διαμοιρασμό της ιστορίας ενός βιβλίου; Απλούστατα: μετατρέποντας το σε ζωντανό οργανισμό.
Και πως λοιπόν μετατρέπεις ένα βιβλίο σε ζωντανό οργανισμό; Δίνοντας του τη δυνατότητα να ζήσει στον κόσμο. Ή -τέλος πάντων- κάτι τέτοιο επιδιώκουν όλες οι ευρηματικές δραστηριότητες booksharing. Μια από τις πρώτες και πιο διάσημες μεθόδους που αναπτύχθηκε είναι αυτή του bookcrossing, δηλαδή η πρακτική να αφήνεις ένα βιβλίο σε δημόσιο χώρο, έτσι ώστε να το βρει και να το διαβάσει κάποιος άλλος. Το bookcrossing.com, η πλατφόρμα που έκανε διάσημο το να μοιράζεσαι βιβλία με αυτόν τον τρόπο, κάνει την διαδικασία πιο ενδιαφέρουσα, δίνοντας σου τη δυνατότητα να παρακολουθείς το ταξίδι του βιβλίου που άφησες, βλέποντας από ποιους ανθρώπους περνάει και τι εντύπωση τους κάνει.
Μια άλλη ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία, που τα τελευταία χρόνια τείνει να γίνει αρκετά δημοφιλής, είναι οι Free Little Libraries. Το Κalamazoo, ένα από τα πολλά project που προωθούν αυτή την πρακτική, περιγράφει τις Free Little Libraries σαν “ένα μικρό ξύλινο κουτί που βρίσκεται πάνω σε ένα στύλο, και περιέχει βιβλία” τα οποία είναι δωρεάν, και από τα οποία ο καθένας μπορεί να πάρει κάποιο και να αφήσει κάποιο άλλο. Αν και η μορφή τους διαφέρει ανάλογα με το κάθε project, η ιδέα πίσω από τις Little Free Libraries είναι πάντα η ίδια: Να προωθήσουν την αγάπη για την ανάγνωση, αλλά και την ιδέα μιας ζωντανής συνεργατικής κοινότητας. Το παιχνίδι αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον γιατί οι άνθρωποι συνηθίζουν να σημειώνουν πράγματα στα εσώφυλλα του βιβλίου, επαυξάνοντας την δύναμη της κάθε ιστορίας, και κάνοντας τη ανάγνωση μια εντελώς κοινωνική διαδικασία ανοιχτής επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους.
Οι άνθρωποι πάντα ενδιαφέρονταν για το τι διαβάζουν οι άλλοι. Η λαθρανάγνωση στα μέσα μαζικής μεταφοράς, για παράδειγμα, είναι μια απόδειξη της επιθυμίας να μάθεις τι κρατάει την προσοχή ενός ανθρώπου καρφωμένη μέσα σε μια θάλασσα από σελίδες χαρτί. Το να μοιράζεσαι αυτό που διαβάζεις είναι το πιο μεγάλο δώρο που μπορείς να κάνεις σε όλους αυτούς που αναζητούν εκκωφαντικά δυνατά κομμάτια ζωής.
Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013
"Ο Καβάφης στο φως και στη σκιά". Εκδήλωση-αφιέρωμα του Αρσακείου Γυμνασίου Πατρών στον Αλεξανδρινό ποιητή.
Εξαιρετική επιτυχία σημείωσε η εκδήλωση-αφιέρωμα για τη συμπλήρωση 150 χρόνων από τη γέννηση τού Κ. Π. Καβάφη που διοργάνωσε το Αρσάκειο Γυμνάσιο Πατρών το βράδυ τής Τετάρτης 15 Μαΐου 2013. Στην εκδήλωση με τίτλο «Ο Καβάφης στο φως και στη σκιά» συμμετείχε ο γνωστός ηθοποιός κ. Γιώργος Νινιός στον ρόλο τού ποιητή.
Το αφιέρωμα ξεκίνησε με τον χαιρετισμό τής Διευθύντριας τού Αρσακείου Γυμνασίου κ. Κατερίνας Γεωργίου, η οποία, αφού καλωσόρισε τους προσκεκλημένους, αναφέρθηκε στη σημασία των επετείων που κάνουν τη σχέση μας με την Ιστορία πιο ζωντανή, δημιουργική και γόνιμη, αλλά και για τους στόχους τής εκδήλωσης που υπηρετούν το ευρύτερο όραμα παιδείας τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.
«Έχοντας την πεποίθηση ότι ο λόγος ενός τόσο βαθυστόχαστου ποιητή είναι πηγή διδαχής, νουθεσίας, μνήμης και παιδείας ήθους, τολμήσαμε να σκύψουμε πάνω από το έργο του και να βοηθήσουμε τους μαθητές μας να τον γνωρίσουν και να τον αγαπήσουν. Ιδιαίτερα στις μέρες μας, που η ανάγκη ουσιαστικής και εκσυγχρονισμένης παιδείας είναι επιτακτική, στόχος των Σχολείων μας είναι να προβάλει με κάθε τρόπο την προσωπικότητα των μαθητών και των μαθητριών, να καλλιεργήσει τα ταλέντα, να αναπτύξει τις δεξιότητες και να αναδείξει το ήθος και την ευαισθησία τους.
Ελπίζουμε, όμως, ότι μέσα από αυτή την προσπάθεια θα κινήσουμε το ενδιαφέρον για περαιτέρω ποιητική ανάγνωση και βαθύτερη γνωριμία με τον ποιητή τής Ιστορίας, των παθών και τού μέλλοντος. Τον ποιητή τού μείζονος ελληνισμού, που με ορμητήριο την Αλεξάνδρεια κατέκτησε την οικουμένη και την αιωνιότητα. Τον ποιητή που μας δίδαξε ότι "Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι να πούνε...". Κι αυτόν που απάντησε έγκαιρα σε ερωτήματα που γεννώνται σε κοινωνίες κρίσης και ξεπεσμού: "Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις...". Τον ποιητή που είναι επίκαιρος περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Γιατί η ποίησή του εμπεριέχει την αγάπη για τον άνθρωπο και τα οικουμενικά ιδανικά και μπορεί να γίνει ένα σκαλοπάτι στην εξέλιξή μας και στην αναζήτηση τού καλύτερου και τού ωραιότερου σε μια εποχή που ταλανίζεται από δυσκολίες. Μπορεί να γίνει το στήριγμά μας στις δύσκολες αυτές στιγμές, αλλά και η φωνή τής συνείδησής μας.
Εύχομαι να αναγνωρίσουμε μέσα από αυτόν την ανάγκη για αλλαγή και εκπλήρωση. Για μια ζωή μέσα στο φως, αλλά και τη συνειδητοποίηση πως ακόμα και ο θάνατος πρέπει να έχει την ποιότητα τής ζωής που ζήσαμε».
Στη συνέχεια η Προϊσταμένη Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας κ. Σοφία Χριστοπούλου απηύθυνε τον δικό της χαιρετισμό, μεταφέροντας τους παρευρισκομένους στην Αλεξάνδρεια τού Καβάφη.
Στο φινάλε τής εκδήλωσης ο κ. Νινιός έπαιξε μαντολίνο και τραγούδησε μαζί με τα παιδιά την «Ιθάκη».
Οι θεατές αποθέωσαν τους συντελεστές με το ένθερμο χειροκρότημά τους, ενώ οι μαθητές και οι καθηγητές τού Γυμνασίου ευχαρίστησαν τον κ. Νινιό για τη συνεργασία, χαρίζοντάς του ένα αναμνηστικό λεύκωμα με τη ζωή και το έργο τού Κωνσταντίνου Καβάφη και το λεύκωμα «Πάτρα 1900».
Ιδιαίτερα συγκινημένος ο κ. Νινιός ευχαρίστησε για τα δώρα και υποσχέθηκε ότι θα επανέλθει με νέες προτάσεις για συνεργασία με τους μαθητές.
Την επιμέλεια των κειμένων είχε η Διευθύντρια τού Γυμνασίου, φιλόλογος, κ. Κατερίνα Γεωργίου, η οποία είχε και τη γενικότερη επιμέλεια τής εκδήλωσης μαζί με τη φιλόλογο κ. Χαρά Παλυβού. Τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε η θεατρολόγος κ. Γιούλη Δούβου και τη διδασκαλία τής χορωδίας ανέλαβε η καθηγήτρια Μουσικής κ. Λάρα Λυμπεροπούλου. Σολίστ ήταν η κ. Δώρα Ζήκου, σοπράνο, καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας, και ο κ. Σπύρος Σκιαδαρέσης, θεολόγος, καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής. Τη χορωδία πλαισίωσαν οι μουσικοί κ.: Διονύσιος Ανδρουτσάκης (βιολοντσέλο), Σάνη Πέττα (μαντολίνο), Γιώργος Γεωργιάδης (κιθάρα). Στο φλάουτο η μαθήτριαΚλαρίσα Τρασάνη.
Ακούστηκαν τα ποιήματα: «Τα Παράθυρα», «Για να ‘ρθουν», «Κεριά», «Φωνές», «Εκόμισα εις την Τέχνη», «Ζωγραφισμένα», «Το πρώτο σκαλί», «Μάρτιαι ειδοί», «Όσο μπορείς», «Θάλασσα τού Πρωιού», «Μελαγχολία Ιάσονος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή, 595 μ. Χ.», «Επέστρεφε», «Καισαρίων», «Γκρίζα», «Περιμένοντας τους βαρβάρους», «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», «Η πόλις», «Τρώες», «Τείχη», «Η Σατραπεία», «Che fece… il gran rifiuto», «Θερμοπύλες», «Από τες εννιά», «Πολύ σπανίως», «Ιθάκη».
Απήγγειλαν και τραγούδησαν οι μαθητές: Γιαπιτζή-Παπανδρέου Άννα, Λουκοπούλου Χριστίνα, Μαρούδα Αλεξάνδρα, Πολίτη Αγγελική, Χαμακιώτη Μυρσίνη (Β΄ τάξη), Γιαννοπούλου Ειρήνη, Καραπάνος Παναγιώτης, Κεκάτου Δήμητρα, Κολοκυθοπούλου Παναγιώτα, Κωνσταντίνου Μαρίνα, Λιακοπούλου Αγγελική, Μαρούδα Ιωάννα-Μαρία, Μέγγος Μάριος-Ηλίας, Μοίραλη Λυδία, Μπίρμπας Κυριάκος, Παπάς Δημήτρης, Πετροπούλου Μυρτώ, Σουβαλιώτη Κατερίνα, Τρασάνη Σπηλιανή-Κλαρίσα, Χλιάπα Λήδα-Καλλιόπη (Γ΄ τάξη).
Στη χορωδία συμμετείχαν ακόμη και οι μαθητές: Αγαλιώτη Σοφία, Αθανασοπούλου Ιουλίτα, Ανδρουτσέλη Θεανώ, Αντωνακοπούλου Δανάη, Θεοφιλά Όλγα, Θούα Ηλιοστάλακτη, Καραζέρη Ζωή, Λαϊνάς Γιώργος, Παλούμπη Νίκη, Σαμούτ-Μπατίστας Αλέξης (Α΄ τάξη), Κολομόνδου Ζωγραφιά, Ροκκά Ναταλία (Β΄ τάξη), Γώγου Ιωάννα, Ζαμπάρα Σοφία, Καρδαράκου Ασημίνα, Λαγοπαναγιωτοπούλου Ελισάβετ, Μαγειροπούλου Αθηνά, Μαρλαφέκα Ειρήνη, Πανά Μαριάνθη (Γ΄ τάξη).
πηγή: http://www.arsakeio.gr/gr/events/14805-o-kavafhs-sto-fvw-kai-sth-skia-2
Κυριακή 2 Ιουνίου 2013
Δημήτρης Δασκαλόπουλος – Μαρία Στασινοπούλου: «Ο βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη» (Νέα έκδοση συμπληρωμένη), Μεταίχμιο, Αθήνα 2013, σ. 200.
Μία δεκαετία μετά την πρώτη έκδοσή του, το βιβλίο αναφοράς για τον Καβάφη που έγραψαν από κοινού ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος και η Μαρία Στασινοπούλου (και το οποίο επανακυκλοφόρησε πρόσφατα αναθεωρημένο και συμπληρωμένο με νέα στοιχεία) διατηρεί στο ακέραιο τα χαρακτηριστικά που του αναγνώρισε εξαρχής η κριτική. Πλήρες και απόλυτα ενημερωμένο, προϊόν συστηματικής ερευνητικής εργασίας, το πολύτιμο αυτό χρονολόγιο με τη μορφή λευκώματος συμβάλλει ουσιαστικά στην προώθηση των καβαφικών σπουδών: δεν εισάγει απλώς όρια στην περιρρέουσα καβαφολογία, δηλαδή στη μηχανική αναπαραγωγή σκόρπιων και ενίοτε αδιασταύρωτων δοξασιών για τον καβαφικό βίο, αλλά κυρίως προσφέρει ένα αυστηρό, αξιόπιστο σώμα καλά τεκμηριωμένων πληροφοριών, στο οποίο μπορεί πλέον να καταφεύγει άφοβα κάθε ενδιαφερόμενος – τόσο ο εξειδικευμένος μελετητής του Καβάφη όσο και ο απλός αναγνώστης της ποίησής του.
Το εγχείρημα, απαιτητικό εξ ορισμού, βασίστηκε στην αξιοποίηση ενός εξαιρετικά μεγάλου όγκου ετερόκλητων πληροφοριών: δυσεύρετα άρθρα από εφημερίδες και περιοδικά, ημερολόγια, επιστολές, μαρτυρίες από όσους γνώρισαν προσωπικά τον ποιητή και κατέγραψαν τα λόγια του, ποικίλα ντοκουμέντα από το Αρχείο Καβάφη – ένας ολόκληρος κόσμος από σκόρπια ίχνη, τον οποίο οι συγγραφείς διέτρεξαν με μεγάλη προσοχή ανιχνεύοντας δυνατότητες αλληλουχίας ανάμεσά τους. Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο τους υπερβαίνει την εργασία της απλής περισυλλογής και αποθησαύρισης πληροφοριών. Με εφόδιο τη βαθιά γνώση του έργου του ποιητή και έχοντας απόλυτο έλεγχο της σχετικής βιβλιογραφίας, κατάφεραν να αξιοποιήσουν το ετερογενές υλικό τους με απαράμιλλη συνδυαστική ικανότητα και να αποσπάσουν από τη διασπορά του τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας κυριολεκτικά συναρπαστικής αφήγησης: ο αναγνώστης παρακολουθεί βήμα το βήμα τη διαδρομή του Καβάφη από τα παιδικά χρόνια μέχρι τον θάνατό του και αποκτά πρόσβαση σε βασικές πτυχές της εμπειρίας του. Διατυπώσεις πολύ διαφορετικών επιπέδων και πολύ διαφορετικής προέλευσης, καθώς παρατίθενται στο βιβλίο η μία δίπλα στην άλλη, σιγά σιγά συνδέονται αρμονικά σχηματίζοντας το περίγραμμα μιας μοναδικής φιγούρας, το κείμενο της ζωής του Αλεξανδρινού ποιητή που έμελλε να εξελιχθεί σε μια από τις μείζονες ποιητικές φυσιογνωμίες του εικοστού αιώνα.
Ποικίλα είναι τα θέματα που μπορεί να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Περιστατικά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ποιητή, αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα από το συγγενικό και ευρύτερα φιλικό περιβάλλον του, τα ταξίδια στο εξωτερικό, τα διαβάσματα και οι πνευματικές ανησυχίες του, οι πρώτες λογοτεχνικές απόπειρές του, η πάγια εκδοτική τακτική του να κυκλοφορεί τα ποιήματά του σε μονόφυλλα: τοποθετημένα σε μια ενιαία χρονική ακολουθία, συνδυασμένα ώστε να συγκλίνουν στη σύνθεση μιας ιστορίας, τα στοιχεία αυτά δεν ανασυγκροτούν απλώς την τροχιά του Καβάφη, αλλά κυρίως φωτίζουν προοπτικά την ποιητική πρωτοτυπία του, τις κομβικές φάσεις της εξέλιξής του και εντέλει τη μεγάλη μοναξιά του ίδιου μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο της εποχής του.
Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος των στοιχείων που παρατίθενται στο βιβλίο αναφέρεται στις αντιφατικές αντιδράσεις που προκάλεσε το καβαφικό έργο ήδη από τον πρώτο καιρό της εμφάνισής του. Παρακολουθώντας από κοντά την περιπέτεια της λογοτεχνικής καθιέρωσης του Καβάφη, οι συγγραφείς χαρτογραφούν με ακρίβεια τη μακροχρόνια μεταβατική περίοδο κατά την οποία το νέο αισθητικό πρότυπο του Αλεξανδρινού δεν έχει ακόμη παγιωθεί και το ιδιότυπο έργο του φαίνεται καταδικασμένο σε μια παράξενη αβεβαιότητα. Προκύπτει έτσι μια ισχυρή αντίθεση, ιδιαίτερα εμφανής κατά την ανάγνωση του βιβλίου: από τη μια η αταλάντευτη προσήλωση του Καβάφη στην ανανεωτική δυναμική του έργου του, από την άλλη η αμηχανία του κοινού του, το διαρκώς μεταλλασσόμενο δίκτυο κατάφασης και άρνησης, αποδοχής και απόρριψης μέσα στο οποίο εγγράφεται αυτό το έργο. Οι εκδηλώσεις θαυμασμού συνυπάρχουν με την απροκάλυπτη εχθρότητα, η αναγνώριση από τους αθηναϊκούς και αλεξανδρινούς κύκλους εναλλάσσεται με την πεισματική αποκήρυξη, η αυξανόμενη απήχηση του έργου στο εξωτερικό συμβαδίζει με τις εγχώριες επιφυλάξεις. Οπως και να έχει, στο βιβλίο αποτυπώνεται με ενάργεια η μεγάλη αμφιθυμία στην πρόσληψη του καβαφικού έργου.
Παράλληλα ο αναγνώστης αποκομίζει μια πλήρη εικόνα των μετασχηματισμών που επέρχονται στο λογοτεχνικό τοπίο της εποχής. Εχοντας κερδίσει την αναγνώριση καθιερωμένων συγγραφέων και κριτικών (του Ξενόπουλου, του Ε. Μ. Φόρστερ), συσπειρώνοντας γύρω από το πρόσωπό του μικρές ομάδες αφοσιωμένων οπαδών, ο Καβάφης διαπλέει συνειδητά τις εντάσεις, τα διακυβεύματα και τις έριδες που κυοφορούνται στο εσωτερικό του πεδίου και κινείται με τη σιγουριά εκείνου που πιστεύει απόλυτα στο έργο του και που είναι αποφασισμένος να ανατρέψει τον πίνακα των κατεστημένων αισθητικών αξιών και να παρακάμψει οποιεσδήποτε αντιστάσεις, προκειμένου να επικρατήσει αυτό που σήμερα μας φαίνεται αισθητικά αυτονόητο.
Πλαισιωμένο από πλούσιο εικονογραφικό υλικό (σπάνιες φωτογραφίες, χειρόγραφα, σκίτσα, γελοιογραφίες), το κείμενο του βιβλίου παρέχει μια σφαιρική εικόνα για τη ζωή του ποιητή, για τις συνθήκες διαμόρφωσης και για την πορεία του έργου του και από αυτή την άποψη αποτελεί ένα πραγματικά ανεκτίμητο εγχειρίδιο.
Γιάννης Ρίτσος, Ποιητές
Στὸν Κώστα ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ
Ὤ, δὲ χωρεῖ καμία ἀμφισβήτηση, ποιητὲς
εἴμαστ᾿ ἐμεῖς μὲ κυματίζουσα τὴν κόμη
-- ἔμβλημ᾿ ἀρχαῖο καλλιτεχνῶν -- καὶ χτυπητὲς
μάθαμε φράσεις ν᾿ ἀραδιάζουμε κι ἀκόμη
εἴμαστ᾿ ἐμεῖς μὲ κυματίζουσα τὴν κόμη
-- ἔμβλημ᾿ ἀρχαῖο καλλιτεχνῶν -- καὶ χτυπητὲς
μάθαμε φράσεις ν᾿ ἀραδιάζουμε κι ἀκόμη
μιὰ εὐαισθησία μας συνοδεύει ὑστερική,
ποῦ μας πικραίνει ἕνα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριὰ ἕνα σύννεφο μαβί. Χιμαιρικὴ
τὴ ζωή μας λέμε καὶ δὲν ἔχουμ᾿ ἕνα φίλο.
ποῦ μας πικραίνει ἕνα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριὰ ἕνα σύννεφο μαβί. Χιμαιρικὴ
τὴ ζωή μας λέμε καὶ δὲν ἔχουμ᾿ ἕνα φίλο.
Μένουμε πάντα σιωπηλοὶ καὶ μοναχοί,
ὅμως περήφανα στὰ βάθη μας κρατοῦμε
τὸ μυστικό μας θησαυρό, κι ὅταν ἠχεῖ
ἡ βραδινὴ καμπάνα ἀνήσυχα σκιρτοῦμε.
ὅμως περήφανα στὰ βάθη μας κρατοῦμε
τὸ μυστικό μας θησαυρό, κι ὅταν ἠχεῖ
ἡ βραδινὴ καμπάνα ἀνήσυχα σκιρτοῦμε.
Θεωροῦμε ἀνίδεους, ἀνάξιους κι εὐτελεῖς
γύρω μας ὅλους, κι ἀπαξιοῦμε μιὰ ματιά μας
σ᾿ αὐτοὺς νὰ ρίξουμε, κι ἡ νέα ξανὰ σελὶς
τὸ θρῆνο δέχεται τοῦ ἀνούσιου ἔρωτά μας.
γύρω μας ὅλους, κι ἀπαξιοῦμε μιὰ ματιά μας
σ᾿ αὐτοὺς νὰ ρίξουμε, κι ἡ νέα ξανὰ σελὶς
τὸ θρῆνο δέχεται τοῦ ἀνούσιου ἔρωτά μας.
Ἀναμασᾶμε κάθε μέρα τὰ παλιὰ
χιλιοειπωμένα αἰσθήματά μας· ἐξηγοῦμε
τὸ τάλαντό μας: «κελαηδοῦμε σὰν πουλιά»·
τὴν ἀσχολία μας τόσ᾿ ὡραῖα δικαιολογοῦμε.
χιλιοειπωμένα αἰσθήματά μας· ἐξηγοῦμε
τὸ τάλαντό μας: «κελαηδοῦμε σὰν πουλιά»·
τὴν ἀσχολία μας τόσ᾿ ὡραῖα δικαιολογοῦμε.
Γιὰ μᾶς ὁ κόσμος ὅλος μόνο εἴμαστ᾿ ἐμεῖς,
καὶ τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ἕνα τοῖχο.
Μ᾿ ἔπαρση ἐκφράζουμε τὰ πάθη τῆς στιγμῆς
σ᾿ ἕναν -- μὲ δίχως χασμωδίες -- μουσικὸ στίχο.
καὶ τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ἕνα τοῖχο.
Μ᾿ ἔπαρση ἐκφράζουμε τὰ πάθη τῆς στιγμῆς
σ᾿ ἕναν -- μὲ δίχως χασμωδίες -- μουσικὸ στίχο.
Γύρω μας κι ἄλλοι κι ἂν πονοῦν κι ἂν δυστυχοῦν,
κι ἂν τοὺς λυγίζει, ἂν τοὺς φλογίζει ἡ ἀδικία -
ὤ, τέτοια θέματα πεζὰ ν᾿ ἀνησυχοῦν
τοὺς ἀστρικούς μας στοχασμούς, εἶναι βλακεία.
κι ἂν τοὺς λυγίζει, ἂν τοὺς φλογίζει ἡ ἀδικία -
ὤ, τέτοια θέματα πεζὰ ν᾿ ἀνησυχοῦν
τοὺς ἀστρικούς μας στοχασμούς, εἶναι βλακεία.
Σάββατο 1 Ιουνίου 2013
Elizabeth Coatsworth (1893-1986), Summer Rain
What could be lovelier than to hear the summer rainCutting across the heat, as scythes cutting across grain?
Falling upon the steaming roof with sweet uproar,
Tapping and rapping wildly at the door?
No, do not lift the latch, but through the pane
We'll stand and watch the circus pageant
Of the rain,
And see the lightening, like a tiger, striped and dread,
And hear the thunder cross the shaken sky
With elephant tread.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







